Εκκλησία Προσευχομένη

Αγόρια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Το δανεικό κρατάς κλειδί
ληστή του παραδείσου,
το μνήσθητι σε γλίτωσε
στο χείλος της αβύσσου.

Όπου χθες ήτανε Κύριε Γολγοθάς,
Πάσχα ήρθε και χάραξε κι Ανάσταση για μας. (δις)

Κι εγώ της νιότης μου κρατώ το κάρβουνο αναμμένο
κι όλο να γίνει θυμιατό σε Σένα περιμένω.

Σπρώξε μας Κύριε, φύσα δυνατά,
ξεσκέπασε τη στάχτη να μείνει η φωτιά. (δις)

Εσύ που Κύριε μπορείς
τον Άδη ν’ αγαπήσεις
κι αντί νερό στη δίψα μας
το αίμα σου να χύσεις.

Όπου χθες ήτανε μόνο Γολγοθάς,
Πάσχα να ’ρθει Κύριε κι Ανάσταση για μας. (δις)

Ποιος είναι αυτός που η φύση προσκυνάει; Ποιος να ταράζει ετούτα τα νερά; Στον Ιορδάνη απόψε ποιος μιλάει, τους ουρανούς ποιος άνοιξε απαλά; Μου είπες Ιωάννη πως δόξα θα φέρει και βασιλιάς προσμένω να ’ρθει. μα τώρα εμπρός σου Εκείνος Θεός σου και φίλος, πώς ταπεινά ζητάει για να βαπτιστεί; Φωνή στη μέσα έρημο μου λέει να ο Υιός Θεού ο Αγαπητός, η αγάπη μοιάζει μ’ άσπρο περιστέρι και η ψυχή μου γίνεται ουρανός. Μου ’δειξες Ιωάννη το δρόμο, να φτάσω στη θεϊκή Του μέσα αγκαλιά. Τώρα μπροστά μου Εκείνος, Θεός μου και φίλος, ήρθε να με βαπτίσει στην άγια φωτιά. (δις)

Ποιος έρχεται από δρόμο,
ποιον λένε βασιλιά,
ποιον τραγουδάνε μόνο,
για ποιον τα Ωσαννά;

Γι’ Αυτόν που ετοιμασμένο
ψηλά στο Γολγοθά,
έχουν Σταυρό για θρόνο
και σκήπτρο τα καρφιά.

Και μες στα βάγια Θεέ μου
χαράζει ο Σταυρός.
Μα πώς τ’ αντέχεις, πες μου,
το πάθος σα Θεός;

Και πάντα από τότε στο δρόμο της ζωής,
κάποιοι θα τραγουδάνε
τραγούδια της ντροπής.

Μόνο Σου θα σε στέλνουν
Χριστέ να σταυρωθείς
κι επάνω Σου θ’ απλώνουν
τα λόγια της οργής.

Μα μες στα βάγια Θεέ μου
μυρίζει η βραδιά,
για όσους με Σε πεθαίνουν
και πάλι Πασχαλιά.

Αστραπή κι αγέρας
μες στο φως της μέρας,
είναι το χαιρέτισμα του Αγγέλου κι όμως θαύμα.
Η δειλή η κοπέλα
γίνεται η Μητέρα
του Άναρχου του Λόγου και η Σκέπη αυτού του κόσμου.
Πες μου

Ποιος σε λέει μητέρα,
Χαρά μου;
Ποιον θα λες Πατέρα
τα βράδια;
Ποιος στην προσευχή Σου Θεός θα ’ναι
και παιδί Σου;

Καιομένη βάτος
σβήνεις πια το λάθος
κι απ’ αιώνων αίμα ξεπηδάς μια νέα Εύα.
Σκάλα επουράνια
και ουράνιο Μάννα
Θεοτόκος όντως Παναγία μου, μα όμως πες μου

Ποιος σε λέει...

Αν γυρίσω πίσω
πριν να Σε γνωρίσω,
πόσο μόνος ήμουν, πόσο άδεια κι η ζωή μου!
Μα στον Παρθενώνα 
το δικό Σου αιώνια,
Μεγαλόχαρη του Ευόσμου θα ’σαι η αγκαλιά του κόσμου.

Τώρα θα σε λέω
Μητέρα.
Τώρα πια θα τρέχω
σε σένα.
Τώρα το παιδί Σου Θεό κάνω
και ζωή μου.

Σέρνω το βήμα μου
σβησμένο, σιωπηλό,
πίσω από Εκείνον
που σηκώνει το σταυρό.
Πώς να Τον στρέξω για Θεό
έτσι σκυφτό και ταπεινό;
Στο λιθόστρωτο το δειλινό
εγώ τον ήθελα εδώ,
επαναστάτη, αρχηγό·
να Τον βλέπω έτσι δεν το μπορώ.

Σα βασιλιάς απ’ το Σταυρό Του συγχωράει
«άφες αυτοίς» κι ένας ληστής μαζί Του πάει.
Κι έτσι όπως δύει απ’ τη ζωή,
πιότερο μοιάζει νικητή
που τον άδη κεντά στο κεντρί.
Κι απ’ της πλευράς Του την πληγή
Νερό και Αίμα πίνει η γη
και ο Δείπνος Του αρχίζει εκεί.

Στην ερημιά του τάφου Του
πέφτει βροχή.
Ποιος το ’λεγε πως δε θα ήτανε εκεί;
Στο νυχτωμένο το Σταυρό
ξέρω πως είδα Θεού Γιο·
τώρα πια να Τον στέργω μπορώ.

Πέπλα της νύχτας απλωθήκανε μαβιά,
φοβάμαι μόνος τη σκληρή τη σκοτεινιά·
και τη ζωή μου τη θυσιάζω
μες στων παθών μου την πυρκαγιά·
σαν πληγωμένο γλαρόνι μοιάζω,
που αργοσβήνει στην παγωνιά.

Τα μάτια μου τυφλώθηκαν στην αντηλιά,
δόξα Θεού υψώνεται τώρα μπροστά
και τα ουράνια χαμογελούσαν,
Τον τραγουδούσαν σα βασιλιά,
λαμπρά αστέρια τη γη κοιτούσαν,
μοσχοβολούσαν τα γιασεμιά.

Όπως ο μπάτης που χαϊδεύει τα κλαδιά,
έρανες μέσα μου αιώνια δροσιά
και «Πορευθέντες...» σαν μου μηνύσεις
σ’ ένα γιορτάσι της λευτεριάς,
ύμνους θα ψάλλω σαν μ’ ευλογήσεις
σε παραζάλη Θείας χαράς.

Σε πέλαγα Τον προσκυνώ αλαργινά,
λευκή εσθήτα τ’ Άγιο Σώμα Του φορά.
Δεν είμαι μόνος, τώρα το ξέρω,
το θεοπαίδι έχω σιμά,
μύρο αγάπης θα Του προσφέρω
απ’ την ψυχή μου που λαχταρά.

Σαν πουλιά που ορφανέψανε, κλεισμένοι στο υπερώο
Τον περιμένουν μαθητές Του·
περιμένουν ότι έταξε, να ’ρθει απ’ τον ουρανό,
να ’ρθει το Πνεύμα το Άγιο.

Τότε αέρας φυσάει τα μαλλιά τους
λαμπρή φωτιά καίει στο νου.
Οι ψαράδες τα δίχτυα τους απλώνουν για καρδιές
η Εκκλησία Του γεμίζει από ψυχές.

Σαν κοπάδι που σκόρπισε από νύχτας αστραπή,
σκόρπιοι οι λαοί μες στην αυλή Του
τριγυρνάνε προσμένοντας να ’ρθει μια φωνή,
στη γλώσσα τους μια προσευχή.

Κι οι Αποστόλοι μιλούν στη λαλιά τους
λαμπρή φωτιά πνέει παντού.
Οι ψαράδες τα δίχτυα τους απλώνουν για καρδιές
η Εκκλησία Του γεμίζει από ψυχές.

Σαν παιδί που του κλέψαν το χαμόγελο οι κακοί
θα ’χω ουρανό το πετραχήλι·
τη Ζωή θα την πίνω στο ποτήρι το χρυσό,
θα ’χω εγώ τρανό Θεό.

Μα αιώνια θα φυσάει τα πανιά μας
λαμπρό το Πνεύμα τ’ ουρανού
και για πάντα οι ψαράδες θ’ απλώνουν για καρδιές
κι η Εκκλησία θα προσεύχεται γι’ αυτές.

Έμπλεξα στους λαβυρίνθους της λήθης, της ντροπής
κι ο Μινώταυρος θεριεύει της ανυπακοής.
Έψαξα για απαντήσεις και λύσεις της στιγμής
και μπερδεύτηκα στα δίχτυα της αναμονής.

Ψηλά από το Θαβώρ, απάντηση θα βρεις·
μην ψάχνεις το Χριστό, αν δεν ταπεινωθείς.
Κουράγιο, δείξε μου το δρόμο
μέσα απ’ το τούνελ για να βγω
κι αξίωσέ με σαν τον Ηλία μια Μεταμόρφωση να ζω.
Κουράγιο, πλάι Σου κράτησέ με,
μην πέσω κι αποκοιμηθώ·
τα μάτια διάπλατα άνοιξέ μου,
την Άγια δόξα Σου να δω.

Σταύρωσα τον εαυτό μου, ξόρκισα το κακό,
πότισα το κομποσχοίνι στο δάκρυ το καυτό·
κι εκεί κάπου στ’ ανηφόρι, Σ’ είδα να με καλείς,
άξιος είσαι μου κραίνεις να μεταμορφωθείς.

Μακριά από το Θαβώρ, να ζήσω δε μπορώ·
κι αν πέσω, κι αν συρθώ, δεν θ’ αποκοιμηθώ.
Μακριά απ’ τον άδικο το νόμο,
μακριά απ’ το πλάνο το κακό,
μιας μεταμόρφωσης βιώνω, το όραμα το μυστικό.
Δύναμη χάριζε Χριστέ μου
στους δούλους σου τους ταπεινούς,
να δουν καινούριους κι ανοιγμένους
της δόξας Σου τους ουρανούς.

Θα ’θελα να ’μουν εκείνη τη νυχτιά
στης Βηθλεέμ την ερημιά·
κοντά στη στάνη σαν άστραψε σιμά
λαμπρού αγγέλου η θωριά.

Θα ’θελα να ’μουν μαζί με τους φτωχούς
εκείνους τους απλούς βοσκούς,
που ’δωσαν πρώτοι ανθρώπων ζεστασιά
στον γεννημένο βασιλιά.

Ρίχνω το βλέμμα μου με πόνο προς το χθες,
στον κόσμο θλίψεις, συμφορές.
Υψώνω σε Σένα τα χέρια, τη ματιά,
για ουρανό διψώ Χριστέ μου, Βασιλιά.

Νιώθω μονάχος και τούτη τη στιγμή
μέσα στου κόσμου τη βοή·
ελπίδα μόνη Θεέ μου λυτρωτή,
που ’γινες άνθρωπος στη γη.

Δεν είμαι μόνος και δε φοβάμαι πια
κοντά μου ολόκληρη εκκλησιά.
Άγιοι μύριοι, αγγέλοι, η Παναγιά
φίλοι, γλυκιά παρηγοριά.

Ρίχνω το βλέμμα μου...

Στο ναό ο θεοδόχος
Συμεών ανασκιρτά,
η Κυρία Θεοτόκος
ποιον στα χέρια της κρατά;

Υπαπαντή, ο Κύριος Σου
σαραντίζει σαν παιδί,
θα πονέσεις Παναγιά μου,
στο Σταυρό σαν υψωθεί.

Μια ρομφαία στην ψυχή μου,
μες στα στήθια μου φωτιά,
μα στο Γολγοθά της νιότης
προσεύχομαι γονατιστά.

Κι αν του κόσμου οι σειρήνες
ψιθυρίζουνε στ’ αυτιά,
δεν αγγίζουν την καρδιά μου,
το μυαλό μου φτερουγά.

Προς την εκκλησιά γυρίζω
Παναγιά μου Σου μιλώ,
κοντά Σου αν ζήσω δε με νοιάζει,
Θεέ μου ακόμα αν σταυρωθώ.

Εκκλησιά προσευχομένη
φύλακα Άγγελο ζητά,
φως χρυσό με πλημμυρίζει
κι η καρδιά μου ανασκιρτά.

Σπηλιά στον Βράχο
νύχτα, λιβάνι και σιωπή.
Στην Πάτμο εξόριστος
Αποκάλυψη θα ζήσεις,
τον Κύριο θα αντικρίσεις
γονατιστός στην προσευχή.
Άγιε Ιωάννη εσύ. (δις)

Μια Αποκάλυψη
ο θάνατος των θρησκειών.
Τριάς Αγία
ο Παλαιός των Ημερών
ο Αμνός και το Πνεύμα.
ο Εσταυρωμένος Νικητής
νυν και αεί θα ζεις. (δις)

Άσφαλτος νύχτα
φώτα, τραγούδια, κυβικά.
Στο ξερονήσι αυτό
Εκκλησιά προσευχομένη
μια αγάπη που καίει
είναι η καρδιά που λέει:
Ναι, έρχου Κύριε. Αμήν. (δις)

Πάτερ ημών, Γεννήτορα της ζωής,
Άναρχε Δημιουργέ.
Φως και χαρά, θεμέλιο της αρετής,
ελπίδα ταπεινής ψυχής.

Θεέ μου, Τριάς η Παναγία,
Πατέρα, Παράκλητε, Υιέ,
δόξα σε Σένα αιωνία,
αγάπης Θείας χορηγέ.

Κύριε ημών, Θεάνθρωπε Ιησού,
Υιέ του Θεού αγαπητέ.
Συ λυτρωτή κάθε ανθρώπου πιστού
καταφυγή μου, λατρευτέ.

Θέε μου, Τριάς...

Πνεύμα ζωή, Παράκλητε αγαθέ,
της αλήθειας θησαυρέ.
Της προσευχής Εσύ γλυκέ στεναγμέ,
σκέπη ζωής μου, δυνατέ.

Θέε μου, Τριάς...

Που πηγαίνεις Κύριε;

Κορίτσια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Γλιστράς σε τοίχους σκοτεινούς Ιωάννη
και περιμένεις να φέξει η αυγή·
είναι δυο μέρες ο Χριστός σταυρωμένος
κι αναρωτιέσαι αν θ’ αναστηθεί.

Εσύ που δέθηκες τόσο μαζί Του
στη θεϊκή Του καρδιά έχεις γείρει·
στο υπερώο διψάς τη φωνή Του,
να πιείς τα λόγια Του σ’ Άγιο ποτήρι.
Μη λυπάσαι...

Εκεί που σβήνει η δική σου η πίκρα
μια μεγαλύτερη ανάβει φωτιά·
που λόγια που ’χουν από ώρες τελειώσει,
είναι που θα ’λεγες στην Παναγιά.

Που τόσο άδικα χάνει το φως της
και τη γλυκιά της την Άνοιξη κλαίει.
Που άλλους άφησες κι έγινες γιος της,
πονάει για σένα σα μάνα και λέει:
Μη φοβάσαι...

Δειλινό στ’ ακρογιάλι στην Πάτμο
συλλογίζεσαι και κλαις σαν παιδί·
στιγμή δε σ’ άφησε να μείνεις μονάχος,
αγαπημένε του Χριστού μαθητή.

Δεν είναι όνειρο είναι αλήθεια
κάποιος στα κύματα πάνω διαβαίνει.
Που θα ’σαι Κύριε να ’μαι μαζί Σου;
Όπου η αγάπη απ’ αγάπη πεθαίνει. (δις)

Γεννήθηκες να ζήσεις στους πολέμους
τα χρόνια σε Θεούς δεν τα ξοδεύεις·
σε σκόρπισαν ξανά στους πέντε ανέμους
φίλους Χριστού κοιτάς και κοροϊδεύεις
και γίνεσαι διώκτης Του κι εσύ. (δις)

Κι όταν το χέρι σου ξανά θα υψωθεί,
να μαρτυρήσει κάποιου άλλου μαθητή
Σαούλ Ρωμαίε φλογερέ κατακτητή,
ο ίδιος ο Θεός άκου απορεί.

Μα όταν ο νόμος δε σου δώσει το κλειδί,
από του παραδείσου που ζήτησες στη γη,
τότε θυμήσου πως ένας Θεός μπορεί
για σένανε ξανά να σταυρωθεί.

Και τάχθηκες να ζήσεις τους πολέμους
με όπλο γερό την πίστη να κραδαίνεις.
Σε σκόρπισε ξανά στους πέντε ανέμους
μες στων εθνών τα πλήθη ταξιδεύεις
και γίνεσαι Απόστολος κι εσύ. (δις)

Κι όταν το χέρι σου ξανά θα υψωθεί
από τα είδωλα θα μείνει η ντροπή.
Παύλε Ρωμαίε του Χριστού πια μαθητή
ολόκληρη γενιά άκου απορεί.

Μέσα σε δρόμους να πλανιέμαι σκοτεινούς
τη Δαμασκό μου αναζητώντας στους καιρούς,
θα μου θυμίζει πως ένας Θεός μπορεί
για μένανε ξανά να σταυρωθεί.

Μόλις τη μέρα χάραζε ο Θεός,
μόλις που ο κόσμος ξύπναγε νωθρός.
Μες στις σκιές που σκόρπιζε το φως
Πέτρο, σε είδα που ’φευγες σκυφτός.

Πίσω στη Ρώμη μαίνονταν διωγμός
πίσω στη Ρώμη ήταν ο σταυρός.
Μες στις σκιές που σκόρπιζε ο λυγμός
Πέτρο, σε είδα που ’φευγες σκυφτός.

Ξάφνου, αστραπή στα μάτια σου
να ’ναι ο Χριστός στο διάβα σου
«Κύριε, που πηγαίνεις Κύριε;»
«Να σταυρωθώ».

Κι απορία γίνεται ντροπή
μιαν άλλη άρνηση έχεις θυμηθεί.
Τα δάκρυά σου κλείνουν την πληγή
Πέτρο, της πίστης πέτρα είσαι εσύ.

Τί κι αν στη Ρώμη μαίνονταν διωγμός
τί κι αν στη Ρώμη ήταν ο σταυρός;
Έχεις στα μάτια σου τώρα το φως
Πέτρο, σε είδα γύριζες ορθός.

Ξάφνου, αστραπή στα μάτια σου...

Ξάφνου αστραπή στα μάτια μου,
είναι ο Χριστός στο διάβα μου
Κύριε, μη μ’ αφήνεις Κύριε
να Σ’ αρνηθώ.

Ήρθες μπροστά μου φως του κόσμου
κι εγώ κοιτούσα να κρυφτώ·
στους λαβυρίνθους του μυαλού μου
ζητούσα διέξοδο να βρω.

Κι όταν μου άπλωσες το χέρι
κι είδα την ανοιχτή πληγή,
«Ο Κύριός μου και Θεός μου»,
φύσηξες μέσα μου πνοή.

Θέλω με τον Χριστό να ζήσω
και την αλήθεια να γευθώ
και δίχως να τον ψηλαφίσω
Απόστολός του να γενώ.

Έλα κοντά μου φως κι ελπίδα
στους σκοτεινούς μου ουρανούς.
Αυγή ανέσπερη η μορφή σου
σε αμφισβήτησης καιρούς.

Έλα στα δίσεκτα μας χρόνια
η πίστη ν’ αναπτερωθεί·
της δυσπιστίας εμείς πιόνια
παντού πληγώσαμε τη γη.

Κουράστηκα απ’ τα παραμύθια
έξω στους δρόμους έχω βγει,
να μαρτυρήσω την αλήθεια
στην οικουμένη ν’ ακουστεί.

Κι όταν μου άπλωσες...

Αδελφός του κόσμου θα γίνεις και δικός μου
σ’ αυτή την κατασκήνωση είμαστε μαζί.
Το ’φερε κι ο κόσμος το ήθελα στ’ αλήθεια
πιο κοντά μου να ’ρθει κι ο Χριστός κι εσύ.

Σκέφτομαι πως θα ’ταν Ιάκωβε τα χρόνια
που ήσουν αδελφός και φίλος του Χριστού.
Πόσην είχες περηφάνια για τα χρόνια που ανατέλλουν
στο μικρό χωριό του μαραγκού.

Το σπίτι σας τον ίδιο τον Ήλιο χωράει
αφήνει όπου περνάει κομμάτια ουρανό.
Στα γνώριμα του κόσμου σαν ξένος περνάει
για που πηγαίνεις Κύριε να ’ρθω κι εγώ;

Σκέφτομαι πως θα ’ταν Ιάκωβε η ζωή μου
αν άνοιγα την πόρτα μου για το Χριστό.
Θα χαιρόσουνα για μένα που χωράει η ψυχή μου
τόσο δα κομμάτι ουρανό.

Το σπίτι μας τον ίδιο τον Ήλιο χωράει...

Αναζήτηση η ζωή μου
απ’ τα είδωλα να βγω,
μια αρχαία ελευθερία
στον κόσμο των παθών να βρω.

Με αρνήσεις τα όνειρά μου
να νοθεύω δε βαστώ
και σε πείσμα των καιρών μου
καρτερώ για το Θεό.

Ξέρω δεν είσαι μύθος.
Θα ’ρθεις να Σε γνωρίσω μέσα στο πλήθος
και τότε πρώτος θα σου ζητήσω
μαζί Σου να ’ρθω. (δις)

Στη σιωπή της προσευχής μου
η μορφή Σου κεραυνός,
με συγκλόνισε η φωνή σου
πώς ν’ αντέξω τόσο φως;

Με καλείς να μου διδάξεις
έναν κόσμο από την αρχή.
Στην αγάπη με βαφτίζεις
και με κάνεις μαθητή.

Βρήκα εσένα Μεσσία
και πρώτο με καλείς στη δική Σου πορεία.
Σε όλους θέλω να το φωνάξω πως ήρθε ο Θεός
και τώρα βρήκα εσένα Μεσσία,
στο σχήμα του σταυρού, η ζωντανή Σου θυσία.
Για πάντα γέρνω στην πληγωμένη,
ανοιχτή Σου αγκαλιά.

Η μέρα γίνεται βαριά και ξένη
μες στη βουή του κόσμου βυθισμένη
προσπαθώ, Σένα για να δω.
Τα μάτια δεν αντέχουνε το φως Σου
το χρώμα της δικής Σου αγάπης δώσ’ μου
ναι, να σε δω.

Λάμψη ονείρου διώχνει τη λύπη πέρα απ’ την καρδιά.
Λάμψη ονείρου δίνει στα χέρια φτερούγες για ψηλά.
Ναι, σε βλέπω να βαδίζεις μέσα στη φωτιά.
Λάμψη ονείρου και η ζωή μου εσένα αναζητά.

Ένας καινούριος κόσμος περιμένει
γεμάτος φως, μη στέκεσαι θλιμμένη·
ο Χριστός, δίπλα βοηθός.
Πόνος κι αγάπη σμίγουν σ’ ένα
«έλα να δεις», όλα καλούν Εσένα.
Να, ο σταυρός.

Δρόμους νίκης τώρα ανοίγεις Φίλιππε εσύ.
Δρόμους νίκης και η ελπίδα ανθίζει το πρωί.
Ναι, αρνείσαι να κατέβεις κάτω απ’ το σταυρό.
Φλόγα αγάπης στέλνεις μια ευχή μου κοντά στον ουρανό.
Δώσε μου Κύριε θυσίας μήνυμα να γευθώ
και την πορεία Σου μέσα στη Ρώμη ν’ ακολουθώ.

Λάμψη ονείρου..

Δώσ’ μου στην αυλή του κόσμου
πάρε το βήμα μου και γίνε το φως μου.
Μη μ’ αφήνεις δώσ’ μου, την αλήθεια δώσ’ μου,
θα πάρω δρόμο αν μ’ αγαπήσεις,
αν πρώτος ξεκινήσεις εσύ.

Σα μοναχός στέκεσαι δειλά
και σε βλέπει που κοιτάς ταπεινά.
Η ψυχή σου όλη προσευχή,
Τον ζητά κι ας είναι η πιο μικρή.

Δώσ’ μου στην αυλή του κόσμου
πάρε το βήμα μου και γίνε το φως μου.
Μη μ’ αφήνεις δώσ’ μου, την αλήθεια δώσ’ μου,
θα πάρω δρόμο αν μ’ αγαπήσεις,
αν πρώτος στο Σταυρό ανεβείς.

Αναστημένος ο Χριστός ζητά
να πορευθείς πέρα από τα σύνορα.
Διαβατήριό σου ο Σταυρός
προορισμός για σένα ο ουρανός.

Δώσ’ μου στην αυλή του κόσμου
πάρε το βήμα μου και γίνε το φως μου.
Μη μ’ αφήνεις δώσ’ μου, την αλήθεια δώσ’ μου,
θα πάρω δρόμο αν μ’ αγαπήσεις,
αν πρώτος ξεκινήσεις εσύ.

Μόνος μες στα χρόνια της σιωπής
όσους ήξερα έχουν φύγει νωρίς.
Περιμένω κάπου να φανείς,
μην αργείς, Χριστέ μου, μην αργείς.

Δώσ’ μου στην αυλή του κόσμου
πάρε το βήμα μου και γίνε το φως μου.
Μη μ’ αφήνεις δώσ’ μου, την αλήθεια δώσ’ μου,
θα πάρω δρόμο αν μ’ αγαπήσεις
αν πρώτος στο Σταυρό ανεβείς.

Χελιδόνι που ήρθες νωρίς
πες μου τί είδες στους δρόμους της γης;
Μέσα στα χέρια μου αν θες να κρυφτείς
κι απ’ την καρδιά μου αγάπη θα πιείς.

Είδα πόλεμο, είδα βροχή
είδα ανθρώπους που ήταν φτωχοί.
Κρύφτηκε τ’ άδικο με τη σιωπή,
τρόμαξε η άνοιξη και πώς να ’ρθει.

Ο Θεός σου ζητά συνάντηση,
θα φέρει αν θέλεις την άνοιξη.
Τρέξε κοντά Του και μην τον ρωτάς:
«που πηγαίνεις;».

Μάρκο αν με λένε κι αν είμαι παιδί
μήνυμα ελπίδας αφήνω στη γη:
«όποιος το λόγο Του ακολουθεί
του ουρανού έχει βρει το κλειδί».

Ο Θεός σου ζητά συνάντηση...

Κοίταξα στο δρόμο μια σκιά με φτάνει,
πίσω Του να πάω με καλεί.
Ήρθε μες στη μοναξιά μου πίκρα στην
καρδιά μου, δρόμο ανοίγει και μ’ οδηγεί.
Σκέψεις δε χωράνε, οι καιροί πονάνε
θέλω να προφτάσω μη χαθώ.
Μια θυσία η ζωή μου θε να ’ναι κοντά Σου
τ’ όνομά Του να δοξαστεί.

Με πορείες μεγάλες αρχίζω,
τώρα έχω μάθει το λόγο Σου εγώ.
Κάποιοι πίστεψαν πως σ’ έχουν σβήσει,
μα σε στηρίζει θεμέλιο γερό.
Μπροστά Σου ανοίγουν τα ουράνια,
αγγέλων φωνές αντηχούν
και βρίσκουν σκοτάδι μπροστά τους
αυτοί που για σένα δε ζουν.

Κι αν τα χρόνια φεύγουν κι ανάγκες μένουν
έλα στα παιδιά Σου μην αργείς.
Τί κι αν όλα έχουν αλλάξει,
τα όνειρα που στέκουν ψάχνουν οδηγό της ζωής.
Έλα να γκρεμίσεις τα είδωλα που φτιάξαν
θα ’μαι συνεργός Σου στη χαρά·
κι αν με βλέπεις να λυγίζω
θα ’ναι από τα πάθη που ταλαιπωρούν την καρδιά.

Με πορείες μεγάλες αρχίζω...

Μέσα στις φλόγες στον καπνό,
χίλιους σταυρώνουν στο Σταυρό,
τροχοί, θεριά, μαχαίρι.
Παίρνω τους δρόμους να σωθώ
τρέχω να φύγω να χαθώ,
σ’ άγνωστα, ξένα μέρη.

Μα σ’ είδα Κύριέ μου ορθά
κι είχες στον ώμο το Σταυρό
χρυσάκτινο αστέρι.
Μου ’λεγες: «πάω να σταυρωθώ»·
το αίμα, τη Ρώμη, τον καπνό
μου ’δειχνες με το χέρι.

Όπως τον Παύλο ο Λουκάς
δεν σ’ εγκατέλειψε αν πονάς,
αν σου ’στησαν καρτέρι.
Μέσα στις νύχτες αν γυρνάς,
αν σε προδώσουν κι αν μιλάς,
μονάχη σου στ’ αγέρι.

Μην απορήσεις, μη ρωτάς
στ’ αλήθεια: «Κύριε πού πας;»
μα κράτα Του το χέρι.
Αν θες να μάθεις ν’ αγαπάς
ο κόσμος Ρώμη της φωτιάς
κι η αγάπη ένα μαχαίρι.

Κρύος ο χειμώνας, μέσα στην ψυχή μου
περπατώ στον κόσμο αυτό·
τρέχω να σε φτάσω και είσαι τόσο δίπλα
μόνη μου τόσο καιρό.

Είσαι εσύ αγκαλιά, μια γλυκιά πλησμονή
περιμένει και να ’μαι.
Πάμε απ’ την αρχή,
μια νέα ζωή μας προσφέρεις εσύ.
Η μορφή σου μένει, αιώνια ζωντανή.

Αυτή την εμπειρία θέλω πια να ζήσω
τίποτα να μη σκεφτώ.
Γι’ αυτή Σου τη θυσία, μέσα μου θα σκύψω,
την κλήση Σου για να δεχτώ.

Υπόσχεση ευτυχίας, ξέρω πως θα ζήσω
μόνη μου δε θα διαβώ.
Ελπίδα σωτηρίας, έμαθα μαζί Σου,
πώς θα σηκώνω ένα Σταυρό.

Πέτρος, Ιωάννης, Παύλος και Ματθαίος
Ιάκωβος, Θωμάς, Ναθαναήλ·
πλάι μου βαδίζουν, στις πτώσεις μου ραγίζουν,
Απόστολοι κάθε εποχής.

Είν’ αυτοί Οδηγοί και δική Σου φωνή.
Περιμένουν και να ’μαι!
Πάμε απ’ την αρχή.

Γι’ αυτή Σου τη θυσία, μέσα μου θα σκύψω,
την κλήση Σου για να δεχτώ.
Γνωρίζω πού πηγαίνεις, κοντά μου πάντα Σ’ έχω.
Μου λες για Σε να σταυρωθώ.

Υπόσχεση ευτυχίας, ξέρω πως θα ζήσω
μόνη μου δε θα πονώ.
Ελπίδα σωτηρίας, έμαθα μαζί Σου
πως θα σηκώνω ένα Σταυρό.

Μπορείτε να γράψετε κάποιο σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί . Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *