Κολοσσαίον

Αγόρια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Ποιος να σου το ’λεγε ποτέ
πως θα ’σουν ένα αστέρι,
που τόλμησε να φέρει
της πίστης Του το φως χαράς.

Ποιος να μου το ’λεγε ποτέ
πως θα ’στηναν καρτέρι
σε σένα πεφταστέρι
για να μη λάμπεις πια.

Μάρτυρας Ευστάθιε θα γίνεις
το Κολοσσαίο σβήνεις στην άγια σου σκιά.
Μάρτυρας Ευστάθιε θα γίνεις,
ποιο δρόμο μου ανοίγεις; με ποια να ’ρθω φτερά;

Την πίστη σου ξεπλήρωσαν
την δόξα παίρνοντάς σου,
μα τα θεριά μπροστά σου
στα γόνατα έπεσαν δειλά.

Το θάρρος σου φοβήθηκαν
και στη φωτιά σε ρίχνουν,
πίστευαν να πετύχουν
την πίστη ν’ αρνηθείς.

Μάρτυρας Ευστάθιε έχεις γίνει,
στεφάνι δόξας κλίνεις στα πόδια σου μπροστά.
Μάρτυρας Ευστάθιε έχεις γίνει,
στο δρόμο που μ’ ανοίγεις χρυσά να βρω φτερά.

Σου σφραγίσανε τις αλυσίδες,
σ’ έσπρωξαν σ’ ανήλιαγο κελί
κι απ’ τ’ ανήλιαγο κελί σου είδες
πάλι να ροδίζει Ανατολή.

Τ’ άγιο σώμα σου που ήταν καμμένο
τί σκληροί που είμαστε Χριστέ,
η βροχή σαν ευλογία
το ’πλυνε απ’ τα πάθη Μάρτυ Αδριανέ.

Το κλειδί κρατάς του Παραδείσου,
όποτε την πόρτα μου χτυπάς.
Δεν μπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου
κι όμως με το αίμα σου μιλάς.

Και μου λες για όλα αυτά που φύγαν
σα να μη μαρτύρησες ποτέ,
η βροχή σαν ευλογία
έσβησε τον πόνο Μάρτυ Ανδριανέ.

Ανάσα λευτεριάς
στα χείλη σου κρατάς,
ποτέ μη λησμονάς
είσαι Mαρτύρων γέννα.

Τα είδωλα της γης
κάψ’ τα μη φοβηθείς·
σαν ήλιος θα φανείς
και συ πάνω απ’ το ψέμα.
Eίσαι μαρτύρων γέννα.

Άπλωσε γύρω καθάριο φως,
αγάπης στόχος ο αδελφός,
στρέψε το βλέμμα στον Οδηγό,
νέφος μαρτύρων στον ουρανό.

Ανάσα λευτεριάς...

Άγιος Αντύπας, Χριστού ανθός,
Περγάμου ήλιος, «Mάρτυς πιστός»,
για σε, για μένα, έγινε πια,
δροσοσταλίδα μες στη φωτιά.

Ανάσα λευτεριάς...

Τα είδωλα της γης..

Χθες ένα παιδί που σου μοιάζει πολύ
έφτιαξε μια εικόνα από κερί στο γυαλί.
Μα δε βρήκε ένα Θεό να Τον φτιάξει αληθινό
σ’ ένα κόσμο από σύνορα γραπτά, στεγανά.
Μα εγώ ξέρω ένα παιδί που βρήκε την πηγή
και ήπιε απ’ το νερό που μεθάει από Χριστό.
Νιάτα στους ώμους φόραγε μα ’χε βρει τη λευτεριά
κι ήξερε να πολεμά των Λυαίων τη γενιά.

Είμαστε η γενιά που τη χάλασαν πολλά·
ξοδευτήκαμε σε γεύσεις και ιδέες χαμηλές.
Θα θάψουμε πολλά για να φτάσουμε «ψηλά»
μα ξεχνάμε κάπου εδώ Σταυρωμένο Ένα Θεό.
Μα εγώ θέλω να βρεθώ στα χέρια Του στον ουρανό
και εκείνο το Παιδί σαν το τόξο έχει ανοιχτεί·
σημαδεύει τη γραμμή που τελειώνει η Ζωή
στη θυσία τη στερνή δε φοβάται να δοθεί.

Σβήσαν οι δεσμοί
κι έχει σπάσει το σχοινί.
Πάνω σ’ ορισμούς ισορροπώ, θα χαθώ;
Νέστορα στο δρόμο αυτό,
πριν στο τέρμα να βρεθώ,
δώσε μου το χέρι να σταθώ, να σταθώ!

Πέρασε πια καταιγίδα δυνατή,
η αγάπη θα φανεί πίσω από τη λογική.
Μια φωνή απ’ τον ουρανό
θα σου λέει: «Με το Χριστό
στον αγώνα της ζωής
θα ’σαι πάντα νικητής»

Όπως τ’ αστέρι που ζητάει το βράδυ
που φώτισε τον ουρανό μ’ ένα του δάκρυ,
ένα κομμάτι απ’ την εικόνα του Θεού Σου
Στέφανε γύρευα στη ρίζα του Σταυρού σου.
Με προσοχή κρυβόμουν στις συμπτώσεις
και δε σε ρώτησα γι’ αυτά που ’χες να δώσεις.

Από τη γη που τους προφήτες καίει
που το Θεό της μπρος στους νόμους ψεύτη λέει,
ένα παιδί είμαι κι εγώ, μέσα στο λάθος
που την αγάπη έθαψε κάτω απ’ το πάθος.
Τα όνειρά μου δες έχεις ματώσει
με το Αίμα Σου η καρδιά μου θ’ ανταμώσει.

Σαν Σαύλος την άρνηση μη σου δώσω.
Σαν Παύλος ας πέσω μέσα στο φως.
Φοβάμαι από λάθη μη σε πληγώσω,
μια πέτρα η ζωή μου που Σε χτυπά.

Άγιε του πόνου μη μ’ αφήσεις μοναχό,
είν’ ο καιρός αυτός φωτιά.
Είμ’ ένα ηφαίστειο που θα σβήσει από καπνό
δώσε μου αγάπη για πυρά.

Απόψε μη φύγεις, μη με προδώσεις·
τη νύχτα φοβάμαι να μη με πιεί,
τον Ήλιο, τον Λόγο, σα θα κυκλώσεις·
για μένα να κάνεις μια προσευχή.

Απόψε λιβάνι καίω την ψυχή μου
εκείνα που φύγαν να ξεχαστούν...

Κάθε τόσο στ’ όνειρό σου
ξαναζείς το χαμένο εαυτό σου.
Οπαδός προδομένος της ζωής,
ποτισμένος της πόλης τη σιωπή.

Κάθε τόσο που σ’ αντικρίζω
για σένα φίλε στα κρυφά δακρύζω.
Μια «εικόνα» σκοτισμένη
μια «ομοίωση» που μένει ξεχασμένη.

Άνθρωπε της νέας γενιάς
μες στους δρόμους της φωτιάς
Κολοσσαία ποιος ορίζει και για μας;

Ήταν βράδυ κι ούτε ένα αστέρι
στο σκοτάδι σου το φως δεν είχε φέρει·
μα πώς σ’ αγόρασε μ’ αγάπη και φωτιά
ο Θεός απ’ το Σταυρό Του σε κοιτά.

Σαν ήλιος ήρθε μέσα στη νύχτα
έλιωσε τον πόνο και την πίκρα·
κι «ως εκλείπει καπνός» έχουν χαθεί
αυτοί που θέλουν τ’ όνομά Του να σβηστεί.

Άνθρωπε της νέας γενιάς τώρα ξέρεις τι ζητάς.
Κολοσσαία Εκείνος δίνει και για μας.

Μόνος στα σύνορα με τ’ αύριο περιμένω
να πάρω την αλήθεια απ’ την εικόνα του χθες.
Στον Άγιο στρέφω την ψυχή και του ζητάω:
«έλα μαζί, θέλει Φως αυτή η εποχή».

Άνθρωπε της νέας γενιάς...

Μικρό παιδί σε είχε πάρει, 
Ιγνάτιε, στην αγκαλιά·
ταπείνωση γεμάτη είδε 
την τρυφερή σου την καρδιά.

Τα ευλογημένα χέρια αγγίξαν τα καστανόξανθα μαλλιά
στ’ αθώα μάτια σου κοιτούσε μι’ αγάπη φλόγα Θεϊκιά.

Να μ’ αγαπάς, Ιγνάτιε, να μ’ αγαπάς.
Να μ’ αγαπάς, όσο θα ζεις να μ’ αγαπάς.

Μ’ άσπρα μαλλιά, γυρτούς τους ώμους,
μα η καρδιά μου Εσέ ζητά·
στης γης τους δύσβατους τους δρόμους
για το μαρτύριο με τραβά.

Στη Ρώμη θα σε συναντήσω, 
στο Κολοσσαίο θα σε βρω
φωτιά στο νου μου και στο σώμα, 
Χριστός γραμμένος στην καρδιά.

Να με κρατάς, Χριστέ μου Εσύ να με κρατάς.
Να με κρατάς, γίνε ο χτύπος της καρδιάς.

Στα εφηβικά μου χρόνια έλα
είναι ανήσυχη η καρδιά,
ο κόσμος όμορφα γυαλίζει
και ύπουλα μου τραγουδά.

Τί να τις κάνω τις τιμές τους, τα λόγια τα θεατρικά;
Μες στην οθόνη του μυαλού μου χάρτινα είδωλα νεκρά.

Να μ’ αγαπάς, Ιγνάτιε, να μ’ αγαπάς.
Να με κρατάς, στον Κύριο να μ’ οδηγάς.

Αγέρι που φυσάει τα πανιά
απ’ το κύμα που σε παίρνει μακριά·
η Αλήθεια είναι ζωντανή
απ’ τη Δύση μέχρι την Ανατολή.

Μα Πατέρα θα σου στείλω ένα γράμμα
θα σου γράφω πως σ’ αγάπησα πολύ.
Στη ζωή μου ποιος σε στέλνει απ’ της Σμύρνης το γιαλό
την ευχή σου να ’χω, Ήλιε, φυλαχτό.

Αγέρι θα με πάει στα παλιά
που του Χρόνου θα φυσάει τα μαλλιά.
Ο Χριστός μου είναι η Ζωή
απ’ το χθες ως την παντοτινή στιγμή.

Μα Πατέρα στ’ Άγιο Βήμα του αιώνα
κερί κάψε τη δική μου προσευχή·
απ’ της Σμύρνης τα Ιερά γίν’ ηλιαχτίδα γιορτινή,
ρίξε φως μες στου καιρού τη σιωπή.

Στο δείλι που αδειάζει από φως
μια εικόνα που φωτίζει ο ουρανός·
στο κατώφλι της μικρής εκκλησιάς
Άγιε Φύλακας στέκεις και με κοιτάς.

Μα Πατέρα μου, στο θάμπος που τρεκλίζω
στήνεις βήματα που επάνω τους πατώ.
Σαν αητόπουλο θ’ ανοίξω τα φτερά μου τα δειλά,
να σ’ αγγίξω που με θέλεις στα ψηλά.

Μέσα σ’ ένα κόσμο ψεύτη υλιστή
το συμφέρον που τον οδηγεί,
όλοι μας καπεταναίοι κι αρχηγοί
στο στρατί για την καταστροφή.

Περήφανοι νέοι με σκληρή την καρδιά
τραγουδάμε της ψυχής την ερημιά. (δις)

Τ’ Άγιο το Βάπτισμα για να δεχθείς
σε καλέσανε να υποκριθείς·
κι ομολόγησες με πίστη δυνατή
χριστιανός πως είσαι, μιμητής.

Και μες στων Μαρτύρων το μεγάλο χορό,
τραγουδάς και μιλάς στο Θεό. (δις)

Τ’ άγιο τ’ όνομά Σου άστρο φωτεινό
στων Μαρτύρων τον άγιο ουρανό,
έγραψες Πορφύριε μ’ αίμα πορφυρό
για να γίνει της πίστης φυλαχτό.

Και με της θυσίας το χρωστήρα ζητώ
να χαράξεις δρόμο να σε βρω. (δις)

Στων καιρών τα βάσανα βρήκα αραξοβόλι
και λιμάνι απάνεμο να μπω για να σωθώ·
στων Μαρτύρων τα αίματα τη ζωή μου όλη,
δένω σ’ ακριβόχυτο μαρτυρικό σταυρό.

Δώσε μου θάρρος μαρτυρικέ Τιμόθεε
δώσε μου θάρρος γι’ αυτό το Γολγοθά.
Στα βέλη του κόσμου, Απόστολε Τιμόθεε,
βάλσαμο είναι τα λόγια τ’ ακριβά. (δις)

Άγιε Επίσκοπε της Έφεσος καμάρι
Αποστόλου Αγίου υπήρξες μαθητής.
Δώσε και σε μένανε λίγη από τη Χάρη,
στο Θεό μεσίτευε μη γίνω αρνητής.

Δώσε μου θάρρος, Απόστολε Τιμόθεε,
τίμια με το Θεό να ζω παντοτινά.
Μέσα απ’ τα λόγια και το αίμα σου Τιμόθεε
για ουρανούς ψηλούς ανοίγω τα φτερά. (δις)

Ευλογημένο Καταφύγιο

Κορίτσια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Ασημοκάπνιστη μελαχρινή μου Παναγιά
με το καντήλι σου τ’ ακοίμητο στο τέμπλο.

Σε θυμάμαι συχνά στη σιωπή την απέραντη·
με το βλέμμα μου σ’ αναζητώ
και στo βράχο σου που ο ήλιος έγειρε,
μόλις τελείωσα εσπερινό.

Το φως ιλαρό σκαρφαλώνει
στου τέμπλου τα στάχυα.

Ασημοκάπνιστη μελαχρινή μου Παναγιά
τα στάχυα γείρανε
και σου φιλούν τα χέρια.

Και ρωτιέμαι ξανά
με τον κάμπο τί γύρευα,
πόσο άδειασα κι είμαι φτωχός;
Για το βράχο γεννήθηκα,
για τα ύψη ξεκίνησα
κι ο πατέρας μου ήταν αητός.

Ένα καΐκι με κατάρτι
κι άσπρο στην πλώρη του σταυρό
έριξα κι όλα στο γαλάζιο νερό
στα βαθιά της ζωής μου ν’ ανοιχτώ.

Κύματα θα ’ρθουνε στην πλώρη
κι αν σκίσει αγέρας το πανί,
μόνο να νιώθω ότι θα ’σαι μαζί
το καΐκι κι ας σπάσει κι ας χαθεί.

Όταν θα πιάνω απ’ τη λάσπη του κόσμου
τότε που πέφτει χειμωνιά·
όταν θα βλέπω μα δε θα ’σαι φως μου,
πες Πανορμίτη μου πως είσαι κοντά.

Να ’σαι κοντά σαν τη σκιά μου
που ώρες ώρες την ξεχνώ·
έτσι να κάνεις το λευκό σου φτερό
κι άντε πάλι συγγνώμη να ζητώ.

Να με θυμίζεις στον Πατέρα
που ’μαι παιδί πολύ κακό·
δεν είναι Κύριε πως δε σ’ αγαπώ,
μόνο φταίει που σαν παιδί ξεχνώ.

Όταν θα φεύγεις κι αλλού να στηρίξεις
θα ’χω γλυκιά παρηγοριά
πως άμα ψάξω να βρω την καρδιά μου,
στου Πανορμίτη το νησί θα χτυπά.

Αν θα με δεις να δακρύζω
φίλε θα είναι η βροχή·
κι αν με δεις να λυγίζω
μη με ρωτήσεις γιατί.

Ξέρω πως είναι κρίμα
της εποχής μου θύμα·
κι έχω στους ώμους σταυρό
της νιότης μου το ποίημα
και της χαράς το κύμα,
όνειρο πια μακρινό.

Δεν ξέρω αλήθεια τί φταίει
κι αναζητώ τη σιωπή,
μια που κι αυτή με ματώνει
όπως του κόσμου η βουή.
Μες στο λιοπύρι βαδίζω
ψάχνω δροσιά να κρυφτώ,
στον ίσκιο γέρνω του βράχου
που ’χει κορφή ουρανό.

Τώρα αν με δεις να δακρύζω
φίλε θα είναι μια αρχή·
κι αν θα με δεις να λυγίζω
θα ’ναι που λέω προσευχή.

Εκεί στο Άγιο Όρος, ψυχή μου οδοιπόρος.
Εκεί που ζουν οι αετοί
της Παναγιάς περιβόλι,
δικό μας αραξοβόλι
εκεί θα γίνουμε αετοί.

Δεν ξέρω αλήθεια...

Στου αιώνα μας τη δύση
κι αν τα τείχη έχουν γκρεμίσει
κι αν λαοί μοιάζουν
μαζί να προχωράνε·

η ζωή μου σ’ αντιθέσεις
προδομένες υποσχέσεις,
λόγια αδιάφορα κι η ανάγκη
παραμένει.

Στη μοναξιά της γης
το εγώ νικάει το εμείς,
περίσσευμα ψυχής
ποιος έχει να μου δώσει;
Γκρίζες οι εποχές
ψάχνω να βρω γωνιές,
να κρύψω μέσα τους
το μέλλον των παιδιών του κόσμου.

Την αγάπη θα φορέσω
τους καιρούς να σημαδέψω,
τα όρια μου στ’ όνομά Σου
θ’ ανατρέψω.

Το κατώφλι της καρδιάς μου
τ’ ουρανού θα γίνει η πύλη,
δρόμο μου έδειξαν οι Ήλιοι
να Σε φτάσω.

Μητέρα τ’ ουρανού
η θλίψη του αδερφού,
στο καταφύγιο της αγκαλιάς σου μέσα
επανάσταση·
σ’ αγάπης διάσταση
του κόσμου η Κυρά
μια πολιτεία ορίζει
αγάπης.

Σε πέλαγο φουρτουνιασμένο
χωρίς πυξίδα και πανί,
με μιαν ευχή για κατευόδιο
και ρότα την Ανατολή.

Σαλπάρισα για να κερδίσω
της ύπαρξής μου το γιατί,
μα όπως το δρόμο μου τραβούσα
μ’ έπνιξε αδιάφορα η ζωή.

Τώρα ναυάγιο, χωρίς κουράγιο
κι ένας κλειστός ουρανός.
Έσβησε εντός μου, το φως του κόσμου
δεν το κατάλαβα πως.

Δεν περιμένω θαύμα να γίνει
σ’ ένα ταξίδι πικρό·
ούτε και θέλω να ’χω ευθύνη
αν θα σωθώ ή χαθώ.

Μα εσύ που θαύματα έχεις σπείρει
εκεί που οι ελπίδες ναυαγούν,
που αχνοπατάς πάνω στο κύμα
να δω τα χνάρια που οδηγούν.

Εσύ ορθός κι εγώ πεσμένη
κι από το χέρι με κρατάς
ποιο θαύμα τάχα με προσμένει
ποια Αποκάλυψη χαράς.

Τώρα κουράγιο, κάποιο μουράγιο
σήμερα πιάνω νησί·
βράχος σχισμένος που η φωνή Σου
σαν να ’ναι χτες αντηχεί.

Κι έγινε η Πάτμος, η Ανατολή μου
και θα γυρίζω εκεί
στο καταφύγιο τ’ αγαπημένο
του στοργικού μαθητή.

Πάλι κρατώ στον ώμο μου σταυρό,
τα νιάτα μου σκορπώ
κι ακόμα τα χρωστώ.

Όμως ξεχνούν ετούτη τη γενιά
πως ρίζωσε στο φως
κι ανάστησε κλαδιά.

Μια Κυριακή μια όμορφη γιορτή
μια Κυριακή μετά από βροχή.
Σε μια παλιά σκεπή βυζαντινή,
ρίζωσε σπόρος κι άρχισε η ζωή.

Πάλι κρατώ λυχνάρι φωτεινό,
το δρόμο μου να βρω
που χρόνια του ζητώ.

Μη μ’ αρνηθείς Κυρά και Παναγιά!
Σε θέλω σαν το φως
που το ’πνιξε η σκιά.

Ορθοδοξία πλατιά σαν το κύμα,
με δάκρυ σβήνεις τα λάθη που περνούν.
Ορθοδοξία μαζί για τους νέους
που από λάθη γερνούν.

Πήρε ο βοριάς μακριά ένα δάκρυ μου
κι έγινε η πνοή για ένα όνειρο βαθύ.
Μ’ έφερε τ’ όνειρο στην αγκάλη της,
μπρος στην γκρίζα μου ματιά ευαγγελίζει τη χαρά.

Κι εγώ σκυμμένη βαθιά μες στη γλυκιά
σου θωριά, είναι η σιωπή μου θερμή
θαύμα μες στην ψυχή.
Αχ και να γινότανε... θαύμα στην ψυχή!

Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ
ίσια το τιμόνι κράτα να μη χαθώ.
Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ
πλήθος οι σειρήνες γαλήνη σου ζητώ.

Σήμαντρα μυστικά γλυκοτραγουδούν
και με ξυπνούν δειλά από ταξίδια μακρινά.
Δεν υπάρχουν πια πληγές μες στα χέρια μου
μόνο ολόχρυση δροσιά απ’ της Τήνου την καρδιά.

Σε βλέπω μες στο γιαλό ενώνεις γη με ουρανό
Παντάνασσα Παναγιά καταφυγή γλυκιά..
Απόψε θέλω κι εγώ να βρω στη γη ουρανό,
να σβήσω πίκρες του χθες σε ξάστερες νυχτιές.
...είσαι μεγαλόχαρη... κι ελπίδα μου.

Τί να φοβηθώ, τί να φοβηθώ
Μάνα έχω εσένα, σύντροφο δυνατό.
Τί να φοβηθώ, τί να φοβηθώ,
Μάνα όλου του κόσμου εσένα αγαπώ.

Γυρεύουνε τα μάτια θολά
ταξίδια αλαργινά·
ψεύτικοι τόποι, δίχως θεό
λιμάνι σιωπηλό.

Μα εγώ δρόμο φυγής δεν πήρα
μέσα στην αλμύρα, μέσα στη φωτιά.
Διαμαντένιο δάκρυ ο σταυρός μου,
χρυσή ανταύγεια δώσ’ μου να φτιάξω όνειρα.

Μεσ’ από ουράνιο κύμα, Άγιε
το φως σου ξεπροβάλει
φάρος αγάπης θείας, Άγιε
την Αίγινα σκεπάζει.

Χθες το δείλι κράτησα τον ήλιο
δίπλα στη μορφή σου, ανάμνηση βαθιά.
Είσαι ο νέος άνθρωπος του κόσμου,
το χέρι μου απλώνω, δεν είσαι πια μακριά.

Χθες το δείλι κράτησα τον ήλιο
δίπλα στη μορφή σου, ανάμνηση βαθιά.
Είσαι ο νέος άνθρωπος του κόσμου
το χέρι απλώνω δε δειλιάζω πια.

Ακροβασία στο κενό η κάθε μου ματιά
στον άδικο κόσμο που πνίγει η ερημιά.

Λαθρεπιβάτες φεύγουνε το βράδυ τα όνειρα
και οι νύχτες μου με βρίσκουνε χαμένη σε όρια, στη μοναξιά.

Για το θεό μιλούσες σε άγονες καρδιές,
τις αλυσίδες σου όλες αγάπησες και τις πληγές.

Μες στο χειμώνα μου ένιωσα μιαν άνοιξη γλυκιά,
η αγάπη σου με άγγιξε και μένα σιωπηλά.

Και έκλαψα σαν μου ’μαθες, πως πάντα είχα κι εγώ
δικαίωμα αγάπης, δικό μου Ένα Χριστό ν’ αγαπώ.

Άη Γιάννη δεν ακούω του κόσμου τώρα τις φωνές.
Ήλιο βλέπω στη νύχτα, τραγούδι σ’ όλες τις κραυγές.

Κάτσε στην πέτρα του γιαλού
βάλε το χέρι αντήλιο·
πάρε μια χούφτα θάλασσα,
πάρε μια χούφτα μύρο
και στόλισέ του τα μαλλιά
να μοιάζει με τον ήλιο.

Στην παγωνιά αυτού του κόσμου μέσα
καινούριο φως ανέτειλε για μας.
Της νύχτας φεγγαρόφωτο αστέρι
για δείξε μας το δρόμο που κινάς.

Σαν του Χριστού είχες καρδιά
το λόγο του στα χείλη
νέοι ψαράδες γίνανε
Απόστολοι και φίλοι
και μες στο φόβο της σκλαβιάς
εσύ ήσουν καταφύγι.

Της πίστης σου οι εχθροί της οι ορκισμένοι
δεν ήθελαν γι’ αυτή πια να μιλάς·
και ως τη ζωή σου πήραν με μαχαίρι,
δεν έπαψες στιγμή να βοηθάς.

Κοντά σου τρέχουν να σωθούν
του κόσμου οι πονεμένοι·
στο Γολγοθά σου βλέπουνε
την πίστη να υπομένει,
να στέλνει μήνυμα χαράς
στη γη που αργοπεθαίνει.

Τα κύματα του Αιγαίου ας μας φέρουν
στη Θέρμη στην αγία σου Μονή.
Στη μνήμη σου προσκυνητές θα ’ρθούμε
στη Μυτιλήνη Άγιε Ραφαήλ.

Μπορείτε να γράψετε κάποιο σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί . Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.