Παρουσία Χριστού

Αγόρια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Σε τούτο τον αιώνα
πολέμου και φωτιάς,
πείνα, πίκρα κι ερημιά,
νιάτα μ’ άσπρα τα μαλλιά.

Να έσβηνε Χριστέ μου
στης μετάνοιας τον καιρό,
μέσα στο χρυσό Σου φως
κι ο παλιός μου εαυτός.

Μια ζωή καινούρια, θεία,
ήλιος, νέος ο Χριστός,
ήχος, χρώματα, ευωδία,
μια καινή, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ,
νέος κόσμος φωτεινός.

Σε τούτο τον αιώνα
κανείς δε σου μιλά,
συνδικάτα πλαστικά,
νιάτα μ’ όνειρα μαβιά.

Τα σκαλοπάτια τρίζουν,
ν’ ανέβω δεν μπορώ
και συγχώρεση ζητώ,
μακριά σου μη χαθώ.

Μια ζωή καινούρια...

Πίσω μου το τέρμα, μπρος μου φυλακή,
την καρδιά κλειδώνω, χάνω το κλειδί.
Άγονοι καιροί και λίγοι
και το ψέμα να με πνίγει
κι η σκλαβιά σε κάθε σκέψη
μπαίνει κρίκος να με δέσει.

Στη ζωή μου πάντα ελεύθερος αετός
ήθελα να είμαι κι όχι ουραγός.
Τα φτερά μου στο αγέρι
αγκαλιά, μα και μαχαίρι
σ’ όποιον τ’ όνειρο θελήσει
σαν κερί να μου το σβήσει.

Ξάφνου ο ουρανός μου γίνεται κλουβί
στα χέρια, στα φτερά μου δέσανε σχοινί.
Μαριονέτα είσαι μου λένε
μη ζητάς αυτά που καίνε,
πρέπει πια να συνηθίσεις
σαν τους άλλους πώς θα ζήσεις;

Κι ήρθες σαν το φίλο
σ’ άσχημο καιρό,
με ρωτάς αν θέλω
πίσω σου να ’ρθω.
Σα χρυσός αητός μου μοιάζεις
σα μιλάς με συναρπάζεις,
την αλήθεια Σου αν γνωρίσω
νιώθω, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ θα ζήσω.

Χιλιάδες άνθρωποι στη γη
μιλούν για την ΕΙΡΗΝΗ,
μες στων πολέμων τους καπνούς
και των καιρών τη δίνη. (δις)

Το μήνυμα κι ο πρώτος Σου χαιρετισμός
εσκόρπισεν ειρήνη
μέσα στη δειλή καρδιά. (δις)

Γυρεύουνε να γράψουνε
δική τους ιστορία,
μακριά, Χριστέ, απ’ τη δυνατή,
δική Σου Παρουσία.

Το μήνυμα κι ο πρώτος Σου...

Όσοι τη νιώθουνε βαθιά
μιλάει η καρδιά τους
και άρωμα Χριστού σκορπούν
τ’ αγνά βιώματά τους.

Το μήνυμα κι ο πρώτος Σου...

Οι Άγιοι που έζησαν
την ακριβή ειρήνη,
δείχνουν το δρόμο, οδηγούν,
δέονται φως να γίνει. (δις)

Αν λευτεριά θες να ’βρεις
μην πεις δε σου ’δωσε κανείς
και δεν μπορείς να αγνοείς
το δρόμο μιας καινής Ζωής.

Αιώνες μες στη μοναξιά
χρειάστηκαν τόσα πολλά,
μα το αίμα από το Γολγοθά
για μια ΑΝΑΣΤΑΣΗ μιλά.

Ίσως να έψαχνες μακριά,
μα δεν είναι όμως αργά·
κι αν στην «ενάτη» ήρθες, μπορείς
στο Δείπνο Του όμως να μπεις.

Εκείνος το δίκαιο αναπαύει
και τ’ ότι θέλησες δεν ξεχνάει,
γι’ αυτό γεύσου Τον κι εσύ.

Κενό το μνήμα κι ο Χριστός
πάνω απ’ την πέτρα στέκει ορθός
και τελικά θα νικά
αυτού του «αιώνα» τη διαφθορά.

Τη σκιά του Νόμου δίκασε
τον Άδη αιώνια νίκησε
κι απ’ τις γωνιές του τάφου Του
συγγνώμη ανέτειλε παντού.

Δεν μπορείς να στέκεις μακριά
και το ξέρεις δεν είναι αργά
και κάθε μέρα, πάντα μπορεί
μες στην ψυχή σου ν’ Αναστηθεί.

Εκείνος το δίκαιο αναπαύει
κι εσένα που άργησες δεν ξεχνάει
γι’ αυτό γεύσου Τον κι εσύ.

Φεύγαν τα χρόνια, πέρναγε ο καιρός,
κερί που έσβηνε η ελπίδα,
ψέμα, αμαρτία, πόνος δυνατός,
μαύρος ήταν ο ουρανός.

Λόγια σοφά μιλούσαν στην ψυχή,
προφήτες κήρυτταν, προσμέναν,
πέρασε η νύχτα ήρθε η αυγή,
Χριστός περπάτησε στη γη.

Ζωντανή ελπίδα και παρηγοριά
μες στην καταιγίδα η αστροφεγγιά
μήνυμα αγάπης, λύτρωση και φως,
τώρα πια κι ο ξένος είναι αδερφός.

Τα λόγια πέρασαν, αλλάξαν οι καιροί
κι άνθρωπε πάλι αυτόν προσμένεις,
κανείς δεν έφερε την άνοιξη στη γη,
στα λόγια μείναν οι αρχηγοί.

Τώρα το ξέρεις, το βλέπεις καθαρά
πως θα ’ναι Αυτός ο λυτρωτής σου,
αυτός θα βάλει στα πόδια σου φτερά,
θα φέρει ανάσταση, χαρά.

Ζωντανή ελπίδα...

Σα μαχητής, την ήττα που γεύτηκε νωρίς,
καλούσα τ’ όνομά Σου, περίμενα να ’ρθεις.
Του Γολγοθά εικόνες μου έρχονταν στο νου
το ακάνθινο στεφάνι του Λυτρωτή Χριστού.

Στης νιότης το μεθύσι,
θαρρούσα, βρήκα λύση.
Στην άρνηση ζητούσα,
να κάψω ό,τι ζούσα.

Μα στο φθινόπωρο των ιδανικών μου
ήρθες ξανά και στάθηκες στο πλευρό μου.
Όταν δεν είχα κάτι να προσδοκούσα
μ’ έσωσε ο Σταυρός Σου, που τον κοιτούσα.

Σα γλάρος γερασμένος που κλείνει τα φτερά,
που όμως πάντα θέλει ν’ ανέβει πιο ψηλά,
ποθούσα να πετάξω σε άλλους ουρανούς,
λίγο να ξαποστάσω σ’ αιώνες φωτεινούς.

Ψυχής μου ξερονήσι,
κάνουν αλισβερίσι
στις άγονες ακτές σου
κρυφά οι πειρατές σου.

Κι όμως στου κόσμου τη λεηλασία
τ’ άγιο το Πάθος μου ’δωσε ΣΩΤΗΡΙΑ.
Νιώθω πως η δική Σου η παρουσία
προσφέρει στη ζωή μου μια σημασία.

Γυρίζει ο κόσμος κι όλη η γη
στην ίδια θέση εκεί,
τον πλάστη της για να δεχθεί.

Σκυφτός δεν είναι πια ο ουρανός,
αλήθειας άγγελμα χαράς
ο ερχομός Του είναι για μας.

Πάνω στη γη, μες στην ψυχή
τα βήματά Του ακόμη αντηχούν,
βήματ’ αγάπης που οδηγούν στο Γολγοθά.

Κι αν στο Σταυρό, στην προσμονή
το ψέμα δίψα φέρει στην ψυχή,
δεν είν’ του κόσμου η χολή όμως αρκετή.

Μια ελπίδα, απόψε, η πιο τρανή
πίσω απ’ τον Τάφο καρτερεί,
να λάμψει καίγοντας τη γη.

Μυρίζει Ανάστασης γιορτή
πάνω απ’ των άλλων τη σιωπή,
η ΑΛΗΘΕΙΑ Του είναι η Ζωή.

Πάνω στη γη...

Κι αν στο Σταυρό...

Έπλασε απ’ Αγάπη φως και ήλιο,
έπλασε απ’ Αγάπη ουρανό.

Ντύθηκε αυτή τη σάρκα μας,
συγχώρησε τα λάθη μας,
σταυρώθηκε αναστήθηκε για μας.
Έσβησε τα αμαρτήματα,
πάτησε στ’ άγρια κύματα,
φωτίστηκε, ειρήνεψε η καρδιά.

Έδωσε με το Αίμα Του
θεία Ζωή αιώνια,
άνοιξε τον Παράδεισο ξανά.
Έδωσε με το Σώμα Του
θεία Ζωή αιώνια,
άνοιξε τον Παράδεισο ξανά.

Έπλασε απ’ ΑΓΑΠΗ ένα βασίλειο,
δεν άξιζα εκεί να κατοικώ.

Έφυγα, Τον αρνήθηκα,
στα χαμηλά πλανήθηκα,
δεν ήξερα το δρόμο αν ξαναβρώ.
Ήρθε στη γη με γύρεψε,
με βρήκε και με γύρισε
στον Πλάστη, τον Πατέρα μου Θεό.

Μου ’δωσε με το αίμα Του...

Πίκρανε τον ήλιο σου
το ψέμα κι η κακία,
δάκρυσες και δίψασες
γι’ αλλιώτικο νερό.

Εσύ ζητάς τα δύσκολα
με τόση αμφιβολία,
μα άκουσε, έχω να σου πω
για ελπίδα και Χριστό.

Κι αν δεν έχω μάθει
τη γλώσσα των Αγγέλων,
τώρα όμως γνωρίζω
απλά να σου μιλώ.

Ξέρω σε κουράσανε
του κόσμου οι μορφωμένοι,
τόσο φορτωμένοι
της γης το χαλασμό.

Πάνω από το Σταυρό
φωτιά ήρθα να πάρω,
το αίμα της θυσίας Του,
στ’ αύριο να γεννηθώ.

Πέρα από τους Εμμαούς
τον είδα Αναστημένο,
νίκησε η ΕΛΠΙΔΑ Του
το θάνατο, το κακό.

Τώρα μόνος στρέφω
το βλέμμα στην πορεία,
που άρχισε μ’ ελπίδα
από το Γολγοθά.

Κι αν δε Τον συναντήσω
εκεί στη Γαλιλαία,
στη σκηνή μου θα ’ρθει
απόψε να Τον δω.

Πορεία και Συνάντηση

Κορίτσια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Στην άσπρη πέτρα σπόρος ρίζωσε βαθιά
κι ήρθε βροχή κι ελπίδα στην αναβροχιά
και πότισε της πέτρας το χρυσό καρπό
κι έγινε δέντρο, ώσπου να ’ρθεί το δειλινό.

Δέκα χειμώνες έπεφτε μαραίνονταν,
το καλοκαίρι πάλι ανασταίνονταν. (δις)

Χρυσούς καρπούς οι κλώνοι του γεμίσανε,
άλλοι στο χώμα πέσαν και σαπίσανε·
στενάζει το δεντρί που χάθηκε ο καρπός
κι όλο παρηγοριά του στέλνει ο Θεός.

Δέντρο αψηλό, οι κλώνοι σου θα γείρουνε
κι άλλη σπορά στη μάνα γη θα σπείρουνε.
Δέκα γενιές στη σκέπη σου θα ζήσουνε
κι άλλες πολλές, ακόμη, θα σε τραγουδήσουνε.

Ήλιος φωστήρας, καμένες θυμωνιές
και χιλιοχρόνιστες ελιές·
σκύβουν θλιμμένα στον τάφο Σου μπροστά
Αετομάνα Παναγιά.

Και ποιος θα σε θρηνήσει;
Και ποιος θα σε τιμήσει;

Στη Γεθσημανή απόψε,
απ’ τα πέρατα του κόσμου,
έρχονται για Σένα όλοι,
του Χριστού οι Απόστολοι.
Κι όμως Εκείνον στο δρόμο το σκληρό
εγκαταλείψαν μοναχό,
νύχτες μπροστά, στην πικρή την προσευχή,
στον κήπο στην Γεθσημανή.

Μια νύχτα του Απρίλη
σε πίκραναν κι οι φίλοι.

Στη Γεθσημανή σε λίγο,
με την πρώτη ηλιαχτίδα,
η απόγνωση θα φύγει
και θα μείνει η ελπίδα.

Στη Γεθσημανή απόψε...

Μια ζωή σ’ άδειους δρόμους γυρίζω,
έναν κήπο χαράς ψάχνω για να βρω,
μα ο κόσμος μου χτίζει δυο τοίχους,
σε λαβύρινθο νιώθω να ζω.

Γύρω πρόσωπα μόνο θλιμμένα
και ένας ήλιος σβηστός, χρόνια μοναχός·
του ονείρου μου ρίχνω τη σκάλα,
δραπετεύω κρυφά απ’ τον καιρό.

Γκρίζοι τοίχοι σας γκρέμισα,
τον ήλιο βλέπω χρυσό,
τα λουλούδια μου ανάστησα,
το ψωμί μου γλυκό.
Την καρδιά μου την χόρτασα
κρυσταλλένιο νερό,
μέσα στ’ όνειρο μπόρεσα
την Εδέμ μου να βρω.

Μα η φυγή δε μου πνίγει το δάκρυ
κι ούτε τ’ όνειρο φτάνει άλλο για να ζω·
κι έτσι πάλι στου κόσμου την άκρη
ξεκινώ την αλήθεια να βρω.

Κάποιος μου ’δειξε σ’ άγνωστο χάρτη
ένα δρόμο, να βγω στην Εδέμ του Χριστού·
κι απ’ τ’ αγέρα πιο γρήγορα το άτι
να ’μαι μπρος στην αυλή τ’ ουρανού.

Γκρίζοι τοίχοι σας γκρέμισε,
σαν ήλιος δείχνεις χρυσός,
τα λουλούδια μου ανάστησες,
το ψωμί Σου γλυκό.
Την καρδιά μου την χόρτασες
με αγάπης νερό,
μες στου κόσμου μου μπόρεσα
την Εδέμ Σου να βρω.

Απ’ την έρημο του Σινά
καραβάνια τα όνειρά μου απόψε
τα οδηγείς, τα σκεπάζεις Εσύ,
του λαού αρχηγέ, Μωυσή.

Από την Αίγυπτο φεύγω του κόσμου,
ο νέος Μωυσής είν’ ο Χριστός μου,
στη μέσα μου έρημο θα περπατήσει
και στον παράδεισο θα μ’ οδηγήσει.

Βάτος φλεγόμενη κι αν Τον γνωρίσεις,
βγάλε τα λάθη σου να προσκυνήσεις.

Στης ζωής την πικρή ερημιά
το Σινά μου ταιριάζει για πατρίδα·
πουθενά τόση πέτρα και φως,
πουθενά πιο παντού ο Θεός.

Από την Αίγυπτο...

Ήμουν στο πλήθος και σε είδα δωδεκαετή,
τα λόγια τα σοφά να λες, καρδιές να πυρπολείς·
κι είπα κοντά Σου να σταθώ,
σε κάποια κόγχη στο Ναό. (δις)

Ποιος θα μου δώσει δύναμη για μια πορεία αληθινή
στην Πόλη την παντοτινή, την άνω Ιερουσαλήμ;

Μες στων θαυμάτων έχω ζήσει την απαντοχή,
παράθυρα ψηλά μ’ ανοίγουν σε μιαν άλλη γη·
πώς θα μπορέσω να σταθώ σ’ ένα κόσμο ορφανό,
που του ’χουν κλέψει τη χαρά
και του ’χουν σπάσει τα φτερά;

Ποιος θα μου δώσει δύναμη για να σε βρω πάλι εκεί
στη Σιλωάμ, στη Βηθεσδά, στης Βηθανίας τα στενά;

Μέσα στα βάγια είχα ψάλλει κι εγώ «Ωσαννά»,
σε πρόδωσα όμως Χριστέ μου για το Βαραβά.
Στο πλήθος μέσα σ’ ακολουθώ,
στο Γολγοθά Σου το φρικτό.
Ξύδι σου δίνω και χολή κι εσύ αιώνια Ζωή.

Έλα απόψε από δω να μου σηκώσεις το Σταυρό,
όλοι με γέλασαν πολύ, σε Σένα κλίνω την ψυχή.

Σαρκώθηκες Θεέ για μένα, τόσο που αγαπάς
κι η γέννησή Σου έσβησε τη δύναμη της αράς.
Ανέβηκες Χριστέ με το Σταυρό μου στο Γολγοθά
κι είπες σε καρτερώ «έρχου και ίδε» «μαράν αθά».

Κι έγινε όλ’ η γη ελπίδας μήνυμα και χαράς (δις)
κι έγειρ’ ο ουρανός μέσ’ απ’ τη χάρη Σου και για μας.

Τώρα κοντά σου πάρε με σε πορεία αληθινή,
σα μαθητή σεργιάναμε στα προβλήματα που ’χει η γη.
Στη Ναζαρέτ πλανιέμαι μέσα στους δρόμους
τους ταπεινούς
και λαχταρώ συνάντηση στους χαμένους μου ουρανούς.

Νύχτας σα να ’ταν όνειρο τρελό,
σε δείπνο τάχα με κάλεσαν,
δώδεκα κι εγώ
και να ’Σαι σκυφτός στα πόδια μου μπρος,
ζητάς για να τα πλύνεις.

Βλέπω καθώς μοιράζεις το ψωμί,
στάλα, στάλα το κρασί Σου,
μου δίνεις τη ζωή
και ’γω να ριγώ σα σκέφτομαι πως
μπορεί και να ’μαι ο Ιούδας.

Μα εγώ θέλω Πέτρος να είμαι Χριστέ μου,
παρά προδοσίας να είμαι φιλί.
Με δάκρυα μετάνοιας κοντά Σου και πάλι
σαν πρώτα θα έχω πορεία κοινή.

Ξάφνου, Αναστημένο σε θωρώ,
να ’σαι τάχα ο ίδιος πάντα
τα στήθη μου ρωτώ;
Τα χέρια Σου απλά μου δείχνεις γλυκά,
τα μάτια χαμηλώνουν.

Μα εγώ θέλω Πέτρος να είμαι Χριστέ μου,
παρά ν’ αμφιβάλλω σαν άλλος Θωμάς.
Με δάκρυα μετάνοιας κοντά Σου και πάλι
σαν πρώτα θα έρθω, γιατί μ’ αγαπάς.

Μα όταν ξύπνησα είδα με πόνο
πως ήμουν πάντα εδώ,
μες στου κόσμου, την γκρίζα τη στάχτη,
δίχως λυτρωμό·
κι Εσύ μακριά στους αιώνες, στο χάρτη,
σ’ άλλες εποχές
κι όμως ήρθες χθες. (δις)

Κι εγώ θέλω φίλος να είμαι Χριστέ μου,
παρά στη ζωή μου να είσαι απών,
το χέρι σ’ απλώνω και γίνεσαι φως μου,
Εσύ να μου δείξεις τη νέα Σιών.

Του δειλινού τη σιωπή κάνω προσευχή
κι ονείρου αφήνω λυμένη χρυσή κλωστή,
να πλεχτεί.
Οράματα που ξεφτίσανε ενωρίς,
φίλοι που απόκαμαν, φύγαν μεσοστρατίς.

Γύρεψα, γύρεψα ανθρώπους να συμπορευτώ.

Ποιος μπορεί, ποιος μπορεί να κρατήσει το φως,
να σηκώσει τη γη, να μην πονέσει άλλο
ανθρώπου παιδί;

Σε αστέρια ζητάω να πάω,
μα ο δρόμος μακρύς κι άλλο μόνη δε βαστάω·
να ο Ήλιος που δύει πιο ’κει,
μια δειλή σκέψη, ν’ αρνηθώ ό,τι λαχτάρησα να βρω.

Προς Εμμαούς στου ορίζοντα την άχλη
συνοδοιπόρος η εικόνα απατηλή θα χαθεί;
Ξένος με φτάνει, του φίλου έχει τη φωνή,
μοιάζει σε μένα, στα μάτια έχει την αυγή·
βρήκα Θεό τ’ όνειρό μου να πω το μικρό.

Πώς μπορεί, πώς μπορεί
να μην είσαι Εσύ, να μην είσαι Θεός;
Δώσ’ μου εσύ φως να ντυθώ ουρανός.

Πώς μπορείς, πώς μπορείς
να μην είσαι Εσύ, να μην είσαι το φως,
αφού με γέννησες να ’μαι θεός;

Αστέρια βλέπω στους ψηλούς τους ουρανούς
κι ανάμεσά τους η μορφή σου·
δρόμοι χαράζουν μια πορεία για πολλούς,
μα εγώ ζητάω τη φωνή Σου.

Έλα Χριστέ,
μια φάτνη κάνε την ψυχή παντοτινή,
μια χρυσοστόλιστη αυγή για να φανεί
και να αγναντέψει τη ζωή,
που θα βαδίζει στο Σωτήρα Λυτρωτή.

Τα χέρια απλώνω σα λευκόφτερα πουλιά,
με την ψυχή μου σου μιλάω·
στέλνω δυο λόγια προσευχής στον ουρανό,
Εσένα Θεέ μου λαχταράω.

Αναζητώ αγκάλη Θεία φωτεινή,
που θα καλεί
σε μια συνάντηση θερμή
και μυστικά μες στης αγάπης τη φωτιά
θα σιγοψάλλω την ευχή σου «Ωσσανά».

Μες στης λίμνης της μεγάλης τα γαλάζια τα νερά
η φιγούρα σου Χριστέ μου αλιείς είναι που ζητά,
για να γίνουν μαθητάδες της αγάπης σου φωτιές
και τα δίχτυα τους γεμάτα να είναι τώρα από ψυχές.

Έλα Χριστέ, Σε καρτερώ, στην Τιβεριάδα να σε βρω,
μα σα λυγίσω σαν το Σίμωνα,
δώσ’ μου το χέρι να πιαστώ.

Στης Γενησαρέτ την όχθη, αναστάσιμη χαρά
κραίνεις προς τους μαθητές: τις σαγήνες στα δεξιά·
και ο Πέτρος στο άκουσμά Σου ζώνεται το ζωστικό,
να σε φτάσει κολυμπώντας από της λίμνης το νερό.

Έλα Χριστέ, Σε καρτερώ, στην Τιβεριάδα να σε βρω,
συνάντηση αναζητώ κι εγώ
πάνω από τον τέταρτο Σταυρό.

«Σίμωνα Ιωνά φιλείς με;» καρτερώ για να μου πεις,
τα αρνιά σου να βόσκω, ταπεινός σου μαθητής,
της αγάπης του Σταυρού σου να γνωρίσω τη χαρά,
για να ανοίξω λατρευτέ μου στην ελπίδα τα φτερά.

Έλα Χριστέ, Σε καρτερώ, στην Τιβεριάδα να Σε βρω,
μα σα λυγίσω σαν το Σίμωνα,
δώσ’ μου το χέρι να πιαστώ.

Μπορείτε να γράψετε κάποιο σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί . Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.