Πορευθέντες

Αγόρια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Το τραγούδι μας το σβήσαν τα μαλάματα,
το τραγούδι μας το χάλασαν τα λόγια,
άλλοι γράφουνε στον ήλιο με τα γράμματα
και κακότεχνα άλλοι γράφουν μοιρολόγια.

Κρίμα στα σύνορα που ’χες γκρεμίσει,
Ιεραπόστολε να δώσεις τη φωτιά.

Τους Σλάβους μπόρεσες να τους φωτίσεις,
μα τώρα ανέτειλαν μεσάνυχτα βαθιά.

Μια εικόνα σου απόψε στα μεθόρια
προσπαθήσανε να φυγαδεύσουν πάλι·
στη θρησκεία, ένα «πωλείται» δίχως όρια
κι ο αγώνας σου σε διεθνές παζάρι.

ΆΓΙΕ ΚΥΡΙΛΛΕ, σ’ αυτό το δρόμο,
που τότε χάραξες και πάλι ξεκινάς.

Τη θεία δύναμη, που σε στηρίζει,
άσε τους Σλάβους κι έλα δώστηνε σε μας.

Ήρθες ’δω, στην άκρη της γης
κι έφερες καρπούς ζωής,
ήταν στις ψυχές ερημιά,
στάχτη που ’σβηνε η φωτιά.

Γέννησες με κόπο την ελπίδα,
την πίστη π’ αψηφά την καταιγίδα,
ΠΑΤΡΟΚΟΣΜΑ, προφήτη μοναχέ,
Απόστολε, του γένους οδηγέ.

Απ’ τ’ Άγιον Όρος ασκητής,
των Αποστόλων ζηλωτής,
πήρες τους δρόμους να με βρεις,
σταυρό στον ώμο σου κρατείς.

Το ’ξερες, ο θάνατος ζυγώνει,
οι αχάριστοι, ο φθόνος κι η αγχόνη·
τ’ άγιο αίμα σου τη γη μας ραίνει,
άνοιξε ο ουρανός και σε προσμένει.

Για τα παιδιά, πάτερ, κλαις
στο κομποσκοίνι τις νυχτιές·
να μη χαθούν στη λησμονιά
του γένους τα ορφανά παιδιά.

Πατροκοσμά, ο θάνατος ζυγώνει,
οι αχάριστοι, ο φθόνος, η αγχόνη·
η πίστη του Χριστού στη γη απλώνει,
άγγελος χρυσός σε στεφανώνει.

Κι ήθελα ν’ ακούω τη φωνή σου,
που ’λεγε γι’ αγάπη και γι’ αδέλφια τ’ ουρανού·
κι ήθελα να βλέπω τη μορφή σου,
που ’μοιαζε του Ήλιου κι ήσουν φίλος του Θεού.

Ήτανε πρωί και καταχνιά,
δε σε ήξερα κι ούτε με γνώριζες
κι ήρθες ξαφνικά για να μου πεις,
τη ζωή μου πως εσύ θα όριζες.

Κι ήθελα ν’ ακούω...

Μου ’δωσες να πιω απ’ τη φωτιά
και τα στήθη μου δροσιά τα γέμισες·
μου ’δειξες να δω τη λευτεριά,
την καρδιά μου σκλάβα Του την έκανες.

Τώρα πια κι εγώ μαζί σου θα ’ρθω
σ’ άλλες πόλεις κι άλλους γκρεμισμένους ουρανούς,
σε πορεία αγάπης και αλήθειας,
φέρνοντας ελπίδα στους άδικους αυτούς καιρούς.

Κι είναι το δικαίωμά σου, φίλε,
μια φορά ν’ ακούσεις να μιλούν για το Χριστό,
που με φέρνει σπίτι σου απόψε
κι αύριο με στέλνει σ’ άλλους αδελφούς.

Μες στης Ασίας τις απέραντες κόγχες
του ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΥ βλέπω τη θωριά
και στου Δνειπέρου τις πλατύστερνες όχθες
της Ρωσίας βαπτίζει τη γενιά.

Και τις ψυχές τους στο Χριστό να οδηγεί,
το μήνυμα του Ευαγγελίου τον καλεί.

Για την αγάπη του αδελφού
στα ορφανοπούλια τ’ ουρανού
θέλει να δώσει την ελπίδα του Σταυρού. (δις)

Το κάλεσμά του τις ψυχές λαμπαδιάζει
και φωτίζει τις στράτες της ζωής·
το όνομά του ποδηγέτης χαράζει
του Κυρίου την Άγια Εντολή.

Να πορευθούμε στης αγάπης τις οδούς
μέσ’ από πόνους, θλίψεις και κατατρεγμούς.

Στης γης να γίνουν τις γωνιές,
κεριά που καίνε, οι εκκλησιές
και μαρτυρούν του Παραδείσου τις πηγές.
Των στάρετς βλέπω τις μορφές
στων αρετών τις κορυφές
να μας καλούν προσμένοντάς μας μιμητές.

Φλόγα αγάπης στην καρδιά
μετάνοιας πρώτο βήμα· (δις)
Σ’ αναζητώ, Σ’ ακολουθώ
του Γολγοθά άγιο θύμα
και μια μου ανάσταση λαμπρή
προσμένω στ’ άδειο μνήμα.

Και χαράζω μια πορεία
λυτρωτική,
μέσα μου μορφή αγία
με οδηγεί, (δις)
ΑΓΙΕ ΣΑΒΒΑ της ζωής μου
χρυσή αυγή.

Καιροί και χρόνοι διάβηκαν
μαύρου θανάτου μνήμες· (δις)
Παράκλητος μες στην ψυχή
εσύ, Χριστέ μου, μπήκες,
το χρέος μιας αποστολής,
όλη τη γη, μ’ αφήκες.

Και χαράζω μια πορεία
λυτρωτική...

Άκου την κραυγή,
Κύριε, που υψώνω,
μέσα στη σιγή,
τούτη τη στιγμή,
που έχει πια ραγίσει
τον κόσμο μας ο πόνος.

Ανάστησε για μας
νέους ΓΡΗΓΟΡΙΟΥΣ,
νέους φωτιστές,
να καλούν αγίους,
μέτοχους χαράς
σε θόλους ουρανίους.

Άγγιξε καρδιές,
που πέτρωσε ο φόβος·
δροσερές πηγές
μες στις ερημιές·
πότε της ελπίδας
να φανεί ο δρόμος.

Ανάστησε για μας...

Γιάτρεψε, Χριστέ,
την πίκρα, την ορφάνια·
να ’ναι ειρηνικές,
να ’ναι φωτεινές,
της ζωής πορείες
που φέρνουν στα ουράνια.

Ανάστησε για μας...

Στα μάτια σου το δάκρυ,
ψάχνεις να βρεις την άκρη
στον ουρανό για ν’ ανεβείς·
γυρεύεις τη μετάνοια,
μακριά απ’ την περηφάνια
τον εαυτό σου για να δεις.

Κι όταν τα λόγια Του
γλυκά πια σου μιλάνε
και βρεις γαλήνη στην ψυχή,
ρίξε το βλέμμα στους ανθρώπους που πονάνε,
κάνε γι’ αυτούς μια προσευχή.

Στης Εκκλησιάς το βήμα
καθάρισε το κρίμα,
που την καρδιά σου τυραννά·
στις φλέβες σου πια τρέχει
το αίμα Του που έχει
θεία ζωή παντοτινά.

Τώρα κι εσύ το δρόμο πήρες
και διαβαίνεις
σε μονοπάτια μακρινά,
μες στην ψυχή του αδερφού σου κατεβαίνεις,
τη λύτρωση που λαχταρά.

Άστρο φωτεινό, στης Ρίλας τα ψηλά βουνά,
ΑΗ - ΓΙΑΝΝΗ, εσύ με οδηγάς·
δίνεις Αίμα και Ζωή,
δίνεις Αίμα και Ζωή,
δίνεις Αίμα και Ζωή,
μες στην καρδιά μου, που λαχταρά.

Λόγια θεϊκά σκορπίσανε τη σκοτεινιά
κι αγάπη ρίζωσε βαθιά·
να τα μάτια πιο γλυκά,
να τα μάτια πιο γλυκά,
να τα μάτια πιο γλυκά
στου κεριού το λαμπάδιασμα.

Στ’ όνομά σου χέρια προς τον ουρανό
τα σηκώνω χάρη για να βρω·
μη παρακαλώ σε μη,
μη παρακαλώ σε μη,
μη παρακαλώ σε
μη μου λησμονάς τ’ αδέλφια μου.

Άστρο φωτεινό, στης Ρίλας τα ψηλά βουνά
Άη - Γιάννη εσύ με οδηγάς...

Άνοιξε στον ήλιο
μια πόρτα η αγάπη,
ζέστανε ελπίδες,
γλύκανε το δειλινό,

στέλνει στη ζωή μου
για δώρο ένα δάκρυ,
ξεκινάει για μένα
ένα καινούριο πρωινό.

Κι όλο αναρωτιέμαι,
Θεέ μου, πότε θα χαράξει
κι αν θα είναι τ’ αύριο
όπως θα ’θελα εγώ.

Κάθεσαι σιμά μου
στου πεζόδρομου την άκρη,
προσπερνάς το αύριο
και γίνεσαι παρόν.

Τώρα δε θυμάμαι,
αν σε πρόδωσα στ’ αλήθεια·
μέσ’ από παιχνίδια
έφτιαξα ένα παρελθόν.

Κι όμως, ΑΓΙΕ ΠΕΤΡΟ,
στέκεις έξω απ’ τη νύχτα,
γίνεσαι ένα όραμα
καινούριων εποχών.

Πλέκεις με τ’ αστέρια
τα δεκαεφτά σου χρόνια,
προσευχή τα στέλνεις
μες στις νότες των καιρών.

Κι όλο...

Κάθεσαι σιμά μου...

Πορευθέντες

Αγόρια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Σα μια εικόνα,
ένα όραμα θολό
καθρεπτίζεται στα μάτια μου
ένας κόσμος καταφώτιστος και γυάλινος.

Χωρίς ψυχή, μες στα πέτρινα αισθήματα
μου ζητάνε να βολέψω τις ελπίδες μου.

Κι αν αντιδρώ, είναι που βλέπω να σε χάνω
σ’ ένα ταξίδι πιο λευκό κι από το θάνατο.

Τί να πω, τί αγάπη να σου δώσω,
πώς μπορώ απ’ τον κόσμο σου
να σβήσω το κακό;

Τί να πω, την Αγάπη
θα σου δώσω.
Τί να πω, θα γενεί το θέλημά Του, τραγουδώ.

Κι όλα γύρω μου καμένα
από ένα πόλεμο σκληρό,
που ματώνει μ’ υποσχέσεις
τα παιδιά, που με συγκρίνουν με την πείνα τους.

Τί να πω, τί αγάπη να σου δώσω,
πώς μπορώ απ’ τον κόσμο σου
να σβήσω το κακό;

Τί να πω, την Αγάπη
θα σου δώσω.

Τί να πω, θα γενεί το Θέλημά Του, τραγουδώ.

Ψάχνω κάτι να σου πω,
όταν μου μιλάς για θέσεις·
όταν ψάχνεις για σκοπό,
θέλω κάτι να σου πω.

Κι αν δεν είμαι ’γω η αρχή,
αν δεν είσαι συ το τέλος,
έλα στ’ αύριο να σε δω,
σε καρτερώ.

Λόγια θα σου πω
και για φυλαχτό
άγιο χώμα θα σου δώσω.
Πάτησε σ’ αυτό
ο Παύλος των εθνών,
κι ήταν πληγωμένος τόσο.

Όμως στη σκιά,
λίγο πίσω από τον Παύλο,
σαν της μάνας την καρδιά,
μια γυναίκα αγρυπνά.

Ήταν ίδια η σκιά,
που συνάντησα κι απόψε·
έλα Πρίσκιλλα κοντά,
έλα ξανά.

Λόγια να μου πεις
και για φυλαχτό
άγιο χώμα να μου δώσεις.
Τ’ αύριο που θα ’ρθει
κι όλη τη ζωή
πιο βαθιά να θεμελιώσεις.

Ένα χωρίς τέλος αγκάλιασμα της ανθρωπότητας όλης
ήσουν Μακρίνα καλλονή, Καππαδοκίας κόρη·
της Αφρικής οι εσχατιές και της Ασίας τόποι
για το Χριστό ψυχές διψούν, στου αιώνα το ηλιοκόπι. (δις)

Τ’ αλάτι και το φως να δώσουμε ζητούν
και τα λόγια τους μαχαίρια
στην πληγή μας, που πονούν·
πεινούν από αγάπη, θέλουνε στοργή
και ζητούν να εφαρμόσεις τελευταία εντολή.

Την είπε στ’ αναστάσιμο το συναπάντημά Του·
να πορευθούμε, μήνυμα να φέρουμε κοντά Του,
όλου του κόσμου τις φυλές, αδέλφια ξεχασμένα,
και στο σταυρό της άγνοιας άθελα καρφωμένα. (δις)

Τ’ αλάτι και το φως...

Παγκόσμια εφαρμογή ζητά το θέλημά Του:
ειρήνη, αγάπη και χαρά για όλα τα παιδιά Του.

Τ’ αλάτι και το φως...

Δε θα μιλήσω πια για τη ζωή μου
και για ελπίδες που στ’ αστέρια ζουν.
Δε θα σκαλίσω πια τη θύμησή μου,
ω! για αναμνήσεις που σκληρά πονούν.

Φτάνουν τα ψέματα και οι θυμοί μου,
φτάνουν τα όρια κι ο εγωισμός·
θέλω να βγω από τα σύνορά μου,
ω! στην οικουμένη θέλω ν’ απλωθώ.

Πες μου πώς ν’ αρχίσω, πώς να σ’ αγαπήσω,
πώς ν’ αρχίσω απ’ την αρχή; (δις)

Δεν ήθελα ποτέ να σε γνωρίσω,
μήπως μ’ απλώσεις χέρια αδειανά·
μαύρα τα μάτια σου και πεινασμένα,
ω! παιδί δε σου ’πρεπε η ζητιανιά.

Τον πόλεμο πάντα τον αγνοούσα,
για να ξορκίσω τάχα το κακό·
μα οι πληγές σου ακόμα αιμορραγούσαν,
ω! ήσουν ζωή, δεν ήσουν για χαμό.

Πες μου πώς ν’ αρχίσω, πώς να σ’ αγαπήσω,
πώς ν’ αρχίσω απ’ την αρχή. (δις)

Με την αγάπη μου ’πες θα μπορέσω
να βγω στης ύπαρξής μου τ’ ανοιχτά·
ένα σταυρό στο στήθος να φορέσω,
μ’ ένα τραγούδι να ’χω ζεστασιά.

Τώρα τη γη πατρίδα μου θα κάνω
κι ως την αυλή του πόνου σου θα ’ρθω·
έμαθα τώρα πια πως να σε φτάνω,
ω! κοντά σου τώρα ξέρω πως να ’ρθω.

Ξέρω πως ν’ αρχίσω...

Σαν εκκλησιά που χάθηκε μέσα στην καταιγίδα
βούλιαξε μέσα στη σκλαβιά η δόλια μου πατρίδα.

Χρόνια σ’ αυτήν τα σήμαντρα στενάζουν και πεθαίνουν·
κι αν οι ραγιάδες προσκυνούν, λύτρωση δεν προσμένουν.

Όμως μέσα στα μάτια σου, Φιλοθέη, κρυφή ελπίδα,
στέριωνες και θεμέλιωνες μέλλον για την πατρίδα.

Το ’ξερες πως σχεδίαζε ο Θεός να τη λευτερώσει,
αν κι ο ραγιάς δε δείλιαζε το χέρι να σηκώσει.

Σήμερα ζω με τ’ όραμα μιας λευτεριάς δικής μου.
Ποιος ουρανός με κυβερνά, ηγέτης της ζωής μου;

Κι όπως στα λίγα οράματα της εποχή κρατιέμαι,
σε σκέφτομαι νικήτρια κι ακόμη αναρωτιέμαι.

Ποιος στα δικά σου οράματα, Φιλοθέη, κρυφή ελπίδα,
στέριωνε και θεμέλιωνε μέλλον για την πατρίδα;

Πώς μέσ’ από τα στάσιμα της εποχής μου έλη
να δω και ’γω της «λευτεριάς» τον ήλιο ν’ ανατέλλει;

Δεν ξέρω πια στ’ αστέρια να μιλώ,
τους φίλους να γυρεύω,
με όνειρα να ζω·
μόνη σκυφτή, φιγούρα σιωπηλή
πλανιέμαι στην ασχήμια και στη βουή·
είμαι και ’γω του σήμερα παιδί,
της ομορφιάς ζητιάνος μες στη ζωή.

Ψάχνω να βρω το γέλιο των παιδιών,
σαν την αυγή δροσάτο,
πυξίδα των καιρών·
Θα ’χει χαθεί στην άσφαλτο κι αυτό,
στις πόλεις, τα τσιμέντα και τον καπνό·
Θα ’χει χαθεί σ’ ανθρώπους βιαστικούς,
που σέρνουν τη ζωή τους χωρίς σκοπούς.

Πού ’ναι της χαράς ο ήλιος κι οδηγός,
που στόλιζε τη γη μας και χάριζε το φως;
Θα ’χει κρυφτεί στων όπλων τη σκιά,
στων αδελφών το αίμα, στη μοναξιά·
θα ’χει κρυφτεί στης πείνας τη ματιά,
στα δίχτυα των συνόρων και στην ψευτιά.

Άγια Μόνικα, μαύρα που φόρεσες
κι έσωσες το άσωτο παιδί σου·
του κόσμου τα κάλλη τα ψεύτικα αρνήθηκες,
πρόσφερες στον Κύριο την ψυχή σου.

Άγια Μόνικα, μάνα υπομονής,
«άδειασες» το θέλημά σου, του Κυρίου να δεχτείς.
Των δακρύων σου και της προσευχής,
μπρος στα πόδια του Κυρίου, είναι ο μισθός πολύς.

Άγια Μόνικα, λόγου διακόνισσα,
εργάτης μες στον αμπελώνα·
για μας τα παιδιά σου να κάνουμε, πρέσβευε,
το θέλημά Του στον αιώνα.

Άγια Μόνικα, μάνα υπομονής,
«άδειασες» το θέλημά σου, του Κυρίου να δεχτείς.
Των δακρύων σου και της προσευχής,
μπρος στα πόδια του Κυρίου, είναι ο μισθός πολύς.

Στο δρόμο της Αγάπης Σου σταύρωση του εγώ,
γονάτισα, παρακαλώ, τη μοναξιά να δω·
όταν τ’ αστέρια πέφτουνε στη γη να τα μετρώ.

Καρδιά πως χτυπάς! Λύτρωση αναζητάς.
Οι καμπάνες της χαράς σου,
σα γενεί το θέλημά σου, πιο κοντά σου.

Πετάγματα στο θρόνο σου, Αγία μου, ζητώ·
στη γη μας πια πληθύνανε άνθρωποι του εγώ,
τα δάκρυα στερέψανε, παντού φωτιές μετρώ.

Φωνές που ηχούν. Τη ζωή σου νοσταλγούν.
Οι καμπάνες της χαράς σου
στο θέλημά σου προσκαλούν· καρτερούν...

Πάρε αστέρια να φωτίσουμε τη γη μας.
Συ μπορείς, ναι μπορείς·
κάνε τα όνειρά μας άσπρα περιστέρια,
του ουρανού η φωνή.

Θα γίνει όμορφη η ζωή μας
και θα παλέψουμε μαζί,
ο Χριστός ευλογεί·
η αγάπη όλα τα υπομένει,
η αγάπη όλα τα νικά,
δύναμη θεϊκιά.

Δύναμη θεϊκιά, τα παιδιά οδηγά
στο Σταυρό Σου μπροστά, προσευχή σα φωτιά.

Το άρωμα μια κρινοδάχτυλης ελπίδας
είσαι συ, ναι εσύ·
το λυχνάρι που γυρεύει η ψυχή μου
είσαι συ, φως της γης.

Το σπίτι σου σχολειό αγάπης,
μια ηλιαχτίδα προσφοράς,
η πηγή της χαράς·
θα ’θελα πάντα να σε αγγίζω,
ο λόγος σου με ξεδιψά,
δύναμη θεϊκιά.

Δύναμη θεϊκιά, η Λυδία βαστά,
μια μητέρα μιλά, σπόρος μες στην καρδιά
λα, λα, λα...
ας ποθώ και ας ζω το δικό σου παλμό.

Ήρθαν μες στη νύχτα της γης οι ταπεινοί,
μάθαν το μαντάτο: η Ταβιθά δε ζει.
Να οι φτωχοί που τάιζε, να οι ανήμποροι,
γονάτισαν και στέλνουν στον Κύριο προσευχή.

Το θέλημά Σου, Κύριε, σε μένα ας γενεί,
έλεγε η Αγία, πριν να κοιμηθεί,
πριν ο Πέτρος να ’ρθει και ν’ αναστηθεί,
ζωή το θέλημα Σου, Χριστέ μου, Λυτρωτή.

Το θέλημα του κόσμου, πείνα και φωτιά·
το δάκρυ του πολέμου τη γη κυβερνά.
Σ’ όλης της γης τα πλάτη τρέξε Ταβιθά,
προσμένει η οικουμένη να μάθει ν’ αγαπά.

Η άγια εντολή Σου στον κόσμο ν’ απλωθεί,
ο ήλιος της αγάπης Σου να φέρει το πρωί·
να ειρηνέψει η πλάση, γαλήνη στην ψυχή,
μια ποίμνη όλη η κτίση και γη και ουρανοί.

Μπορείτε να γράψετε κάποιο σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί . Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *