Απόστολος Παύλος

Αγόρια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Δίψας ελάφι καρτερώ
καθάριο, γάργαρο νερό·
σε κάποια Κόρινθο πηγές
πίστης γιατρεύουν τις πληγές.

Παύλε πατέρα, σ’ αγαπώ,
φύτεψες μέσα μου Χριστό·
το δρόμο σου ακολουθώ,
έχω για φυλαχτό σταυρό.

Κι αν κινδυνεύω στη νυχτιά,
κρύο το χέρι, παγωνιά,
θα γιάνω της ψυχής φτερά
στην πατρική σου αγκαλιά.

Παύλε πατέρα, σ’ αγαπώ...

Μου έδωσες για να βαστώ
ύμνο αγάπης μη χαθώ,
εσύ με γέννησες ξανά,
κράτα το χέρι μου σφιχτά.

Παύλε πατέρα, σ’ αγαπώ...

Κρεμώ για φυλαχτό σταυρό,
το δρόμο σου ακολουθώ·
φύτεψες μέσα μου Χριστό,
γι’ αυτό, πατέρα, σ’ αγαπώ.

Απόστολο τον λένε όλα τα έθνη,
διώκτη Χριστού τον ξέρει η Δαμασκός·
τύραννος κάθε χριστιανού, σατράπης,
πού ’γινε δούλος, λάτρης, οπαδός.

«Σαούλ, Σαούλ προς τί με καταδιώκεις;»
είν’ του Θεού η φωνή που τον καλεί·
απ’ την Ασία φθάνει στην Ευρώπη,
άπιστους Μακεδόνες για να βρει·
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - Φίλιπποι - Ιταλία,
Χριστού εκκλησία γένηκε η γη.

Τα γράμματά σου δώρα για τα έθνη,
κάθε αράδα και μια προσευχή·
η αγάπη όλα τα υπομένει,
η αγάπη μας μακροθυμεί·
καρδιά του Παύλου κι όλου του κόσμου
στείλε απ’ τη φλόγα σου μια σπίθα και στη γη. (δις)

Η οδύνη των κριμάτων μ’ είχε ρίξει μες στη θλίψη,
κι άφεση παραπτωμάτων, σωτηρία μη μου λείψει.

Με τα δάκρυα είχα ράνει την εικόνα Σου, Χριστέ μου,
των αμαρτιών πελάγη με κυκλώσαν, Αγαθέ μου.

Το σαράκι των ειδώλων τις ψυχές είχε στερέψει
και η ώρα τ’ Αποστόλου ήρθε πίστη για να θρέψει.

Με το στόμα του εκλεκτού Σου έφτασες να συναντήσεις
την ψυχή του κάθε ανθρώπου, απ’ τον Άδη ν’ αναστήσεις.

Με τα χέρια ενωμένα απ’ τους ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ κινάμε·
γίνε, Παύλε, οδηγός μας και το πρώτο βήμα κάνε.

Ω Απόστολε μεγάλε, των εθνών τρανέ φωστήρα,
με το κήρυγμά σου πάλι πάρ’ το χέρι μας κι οδήγα. (δις)

Ήρθαν πολλοί και μου ζητούν
καρδιά, ψυχή κι αισθήματα·
μου ’τάξαν δόξα, δύναμη,
μου πρόσφεραν και χρήματα.

Μα την αγάπη του Θεού
και την ειρήνη τ’ ουρανού
ποθούσε η καρδιά μου. (δις)

Ήρθαν πολλοί σαν αρχηγοί·
κραυγές, πανό, συνθήματα·
να με ζαλίσουν ήθελαν
φώτα, χειροκροτήματα.

Μα την αγάπη...

Δε θέλω να ’μαι γω κριτής
των αδελφών μου δικαστής.
Το φως ζητώ, τον ουρανό
και την ελπίδα στο θεό.

Απ’ την αγάπη του Θεού
και την ειρήνη τ’ ουρανού
να γέμιζε η καρδιά μου. (δις)

Νιώθουμε, αδέλφια, μια τρελή χαρά,
μια φλόγα στην καρδιά,
για την ευλογία και για την τιμή,
να ’μαστε Εκκλησία Απόστολου της γης.

«Δόξα τω Θεώ» (δις) για την ευλογία,
δόξα στο Χριστό.
«Δόξα τω Θεώ» (δις), ύμνος και στον Παύλο,
τον Απόστολο.

Παύλου του Αγίου, Παύλου Αποστόλου
όλων των εθνών,
πήραμε εφέτος να ’χουμε οδηγό,
βήματα αγίου, άστρο φωτεινό.

«Δόξα τω Θεώ» (δις) για την ευτυχία,
δόξα στο Χριστό.
«Δόξα τω Θεώ» (δις), ύμνος στον διδάσκαλο
όλων των εθνών.

Όλη η ζωή μας να ’ναι διακονία
για τον αδερφό·
να γεμίσει η πλάση από προσευχή,
να υμνεί τον πλάστη κάθε μια ψυχή.

«Δόξα τω Θεώ» (δις) για την ευλογία...

Τούτη η συντροφιά μας μήνυμα ελπίδας
απ’ την ΕΦΕΣΟ·
δώστε την καρδιά σας, λιώστε σαν κερί,
δώστε μύρια αγάπη, φως και αρετή.

«Δόξα τω Θεώ» (δις) για την ευτυχία...

Στον απέραντο κόσμο που ήρθες,
άνθρωπέ μου, να ζήσεις για μια στιγμή
και τη χάρη αυτή μην αφήσεις,
να σου σβήσει σαν κάποιο κερί.

Στοργικά στην παλάμη να κλείσεις
του Χριστού μας τη φλόγα, που ο κόσμος ζητά·
κι αν τ’ αγέρι ένα βράδυ φυσήξει,
βάλ’ τη φλόγα σου μες στην καρδιά.

Κράτα μας, Χριστέ, στην αγκαλιά Σου,
μην αφήνεις πια να ζούμε μακριά Σου·
την αγάπη Σου γλυκά να νιώσουμε,
ν’ αλλάξουμε ζωή.

Δρόμους οι μάρτυρες πότισαν μ’ αίμα,
απόστολοι χτύπησαν του κόσμου το ψέμα·
του Παύλου τα βήματα, φάροι στα κύματα,
ελπίδα στην ψυχή.

Σαν θ’ ανοίξεις τ’ αυτιά της ψυχής σου,
θα κατέβει ο νους σου μες στην καρδιά
και με φως θεϊκό θα γεμίσουν
κάθε λόγο σου, κάθε ματιά.

Θεέ και Πατέρα, Σου στέλνω
δυο λόγια μετάνοιας, πικρή προσευχή,
καινούριο εαυτό για να κτίσω
στο βράχο, που είσαι Εσύ.

Κράτα μας Χριστέ στην αγκαλιά Σου...

Σαν θα διαβείς το δρόμο, που σε βγάζει στην ΑΘΗΝΑ,
να μη στραφείς στ’ ανθρώπινα τα πάθη και ξεκίνα.

Με τη μορφή τ’ Απόστολου του Παύλου
να προχωρώ στο δρόμο της θυσίας
και να μιλώ πάντα για την αγάπη,
να τραγουδώ στου κόσμου κάθε άκρη.

Με το Χριστό μη φοβηθείτε, αδέρφια μου, την πίκρα,
θα Του το πω, να μας φυλάει στο Γολγοθά τη νύχτα.

Με τη μορφή τ’ Απόστολου του Παύλου...

Για το Χριστό μου θέλω ύμνο να ψάλλω,
για τη θυσία Του στο Γολγοθά,
για την ανάσταση τους δρόμους να πάρω,
νίκης η χαρά.

Αγάπης κήρυγμα σ’ όλο τον κόσμο,
ήταν τα λόγια Σου, Χριστέ, φωτιά,
πυρπόλησαν απλές καρδιές αποστόλων
μες στην Εκκλησία.

Είμαστε κι εμείς
του Χριστού μας μαθητές και χριστιανοί.
Είμαστε κι εμείς
αποστόλων οι πιστοί οι οπαδοί.

Συνοδοιπόροι Σου για ύψη κινάμε,
ψάχνουμε να βρούμε την κρυφή ζωή·
κι όλο στη χάρη Σου το βλέμμα γυρνάμε,
με την προσευχή.

Τα λόγια του Παύλου Σου δροσιά και πηγή μας,
ελπίδα, δύναμη στην ερημιά·
είναι η μορφή του τώρα μες στην ψυχή μας
η παρηγοριά.

Είμαστε κι εμείς...

Στη ζωή πολλές φορές πονάει η ψυχή
κι η καρδιά ραγίζει μες στην τόση συμφορά
μα η Αγάπη μένει, όλους μας προσμένει,
στο Χριστό ας τρέξουμε κοντά·
είναι οδηγός μας, φίλος πια δικός μας,
μαζί Του θα βρεθούμε στη χαρά. (δις)

Σαν φωτιά του Απόστολου τα λόγια στην καρδιά,
η ματιά ας πλημμυρίσει τώρα από χαρά·
την ψυχή σου δώσε, την αγάπη νιώσε,
τ’ όνομά Του κράτησε ψηλά·
είναι οδηγός μας, φίλος πια δικός μας,
μαζί Του θα βρεθούμε στη χαρά. (δις)

Προς Εμμαούς

Κορίτσια Γυμνασίου-Λυκείου

 

Βήματα μες στην ερημιά,
κύματα μέσ’ απ’ την καρδιά 
ψάχνουμε να βρούμε αλήθεια μέσα στα χαλάσματα, 
μονοπάτια και περάσματα.

Λύτρωση, Φως, Ανάσταση.
Λύτρωση, Χριστού συνάντηση.
Κι αν θελήσεις να βρεις τόπους πέρα όλο φωτεινούς,
έλα μαζί εκεί στους Εμμαούς. (δις)

Χρώματα, άστραψ’ η ματιά·
σώματα πετούν αγγελικά·
ύμνοι, δόξας ήχοι αντηχούν παντού, μηνύματα,
της ψυχής χαράς σκιρτήματα.

Εμπρός, αδέλφια, εμπρός
κι είναι μαζί μας ο Χριστός
στα πιο μεγάλα μας τα κατορθώματα,
στης αγάπης τα ψηλώματα.

Λύτρωση...

Ήθελα να περπατάμε χρόνια ολάκερα μαζί,
για τον κόσμο να μιλάμε και για τ’ αύριο που θα ’ρθεί·
να ’ναι απόγευμα σε δρόμους χωματένιους και στενούς
και ο ήλιος να αργοσβήνει πέρα από τους Εμμαούς.
Τώρα μόνη μου αμφιβάλλω σ’ ό,τι δρόμο μου βρεθεί,
μήπως σ’ έδιωξα και φταίω, της ζωής μου Λυτρωτή.

Χριστέ μου και Συ τη δύσβατη περπάτησες οδό,
έλα στην κατασκήνωση απόψε να σε δω·
σ’ αυτή την κατασκήνωση απόψε θα σε δω,
αφού και Συ τη δύσβατη περπάτησες οδό.

Στο αιώνιο πλατάνι της ανθρώπινης ψυχής,
που δε θέλει να πεθάνει, περιμένω να φανείς.
Λυτρωτή Συνοδοιπόρε, Σε ικετεύω, μη σιωπάς,
για τα ανθρώπινα τα πάθη και τις πίκρες να μιλάς.
Κι όσην ώρα λαχταράω τ’ άγιο βήμα Σου, Χριστέ,
τόσο αρχίζω να πιστεύω πως δε μου ’λειψες ποτέ.

Χριστέ μου και Συ...

Κινάμε βράδυ
μες στο σκοτάδι
στο δρόμο μας ο Γολγοθάς·
να μακριά μας,
θολή η ματιά μας,
σ’ ένα Σταυρό ο Βασιλιάς·
αίμα και ύδωρ
στάζει, Χριστέ μου,
της ζωηφόρου Σου πλευράς.

Μέσα στον τάφο
τώρα θωρούμε
τα σπάργανα κενά.
Λάμψε, Χριστέ μου,
Σε λαχταρούμε,
Ζωή, Ανάσταση, Χαρά. (δις)

Σε συναντούμε,
τώρα μπορούμε,
να Σε κηρύξουμε στη γη·
ζωή πηγάζει,
φως καταυγάζει,
γλυκιά του κόσμου προσμονή.
Προς Εμμαούς οδοιπορούμε
κι είσαι Σωτήρα μας μαζί.

Μέσα στον τάφο...

Στο σκοτάδι της γης,
της άδειας μου ζωής,
γέμισε την καρδιά μου με ελπίδα.
Κάποια μέρα στο δρόμο για τους Εμμαούς
γαλήνεψες την καταιγίδα.

Ποιος να ’σαι Συ που όλος φως,
ήρθες να γίνεις ουρανός
και να γλυκάνεις την πικρή ψυχή μας;
Στης μοναξιάς τον πυρετό
να γίνεις χάδι στοργικό,
που δρόσισε τη σταυρωμένη γη μας.
Ο λόγος Σου θεία πνοή,
ήλιος η άγια Σου μορφή,
που μίλησε για την ανάστασή μας.

Ω φίλε Σοφέ, τούτο το δειλινό
μείνε κοντά μου, μη μ’ αφήσεις·
η καρδιά μου φτωχή κι η νύχτα σκοτεινή,
έλα μαζί μου να δειπνήσεις.

Μα να, του Πνεύματος πνοή
έπνευσε ξάφνου στην ψυχή.
Σε γνώρισα, Ζωή αναστημένη,
Χριστέ μου, ήσουνα Εσύ,
που με μια γνώση αληθινή
μ’ έκανες τώρα αιώνια φωτισμένη.
Το θέλημά Σου να ποθώ
και τη διάκριση να ζω,
σε Σένα η καρδιά μου να ’ναι δοσμένη.

Βγήκες αργά το δειλινό
στους Εμμαούς για να ’ρθεις,
δυο μαθητές σου να βρεις.

Σου ’παν πως πόνεσαν πολύ
για Σένα, που ’χαν χάσει
και τους είχες ξεχάσει.

Ήταν τα μάτια τους κλειστά,
όση ώρα τους μιλούσες·
πόσο τους αγαπούσες!

Και όταν τα Άγια χέρια Σου
τον άρτο ευλογήσαν
ναι, τότε Σε γνωρίσαν.

Άγνωστε φίλε της σιωπής,
μη με κατηγορήσεις.
Ω Κύριε, «μείνον μεθ’ ημών»,
μόνο μου μη μ’ αφήσεις.

Οι δρόμοι γίνανε στενοί,
δύσκολη η πορεία,
εύκολη είναι η άρνηση,
πικρή η ομολογία.

Απόψε θέλω, Κύριε,
να βγεις να μ’ απαντήσεις·
Χριστέ μου, μην αργήσεις.

Στων Φαρισαίων τη φωνή
ξανά δε θα σιωπήσω·
για Σένα θα μιλήσω.

Σε καρτερώ ημέρες τρεις,
να ’ρθείς και πάλι στην παλιά φωλιά,
Συ που σταυρώθηκες για μας.

Κρατώ την πίκρα μου κρυφή,
μα μια ελπίδα την ψυχή μου σιγοκαίει.
Κάποιοι μας είπαν την αυγή:
Ο Κύριός μας αναστήθηκε και ζει.

Σύντροφος ήρθε στο στρατί,
είπε πως ο Χριστός έπρεπε να πάθει
κι αφού μετά θα δοξασθεί,
σ’ όλους θα δώσει την αιώνια ζωή.

Στο δρόμο για τους Εμμαούς
στου δειλινού το ιλαρό το φως
μέσα από ίσκιους φωτεινούς...

Ήρθες στο δείπνο της ψυχής,
τα βλέφαρά μου άνοιξες,
ήσουν ο Άγιός μου ο Θεός,
Αναστημένος, σαν τον ήλιο φωτεινός.
Γαλήνη πήρα μυστική
και δύναμη σ’ όλο τον κόσμο να κηρύξω.

Χαρούμενη και ιλαρή
ω Κύριε, δώσε την ειρήνη σου στη γη.

Έσβησε ο πόνος των πληγών·
μια φλόγα θεία καίει την καρδιά.
Απόψε «μείνον μεθ’ ημών».

Δρόμος μακρύς ανοίγεται μπροστά
στην ερημιά
κι ο ήλιος σιγοσβήνει στα θεόρατα
βουνά.
Μη σας τρομάζει, αδέλφια, το στρατί,
κάπου κοντά φωτίζει μια μορφή.

Προς Εμμαούς οδοιπορώ
μέσα στη σκοτεινιά
και ο Χριστός είν’ οδηγός,
καίγεται η καρδιά.

«Κέκλικεν η ημέρα» πια παιδιά,
«μείνον μεθ’ ημών», Χριστέ, ξανά,
«ότι προς εσπέραν νυν εστί»
και η ψυχή μου Εσέ ζητεί.

Ελάτε να σκορπίσουμε στη γη τη χρυσαυγή,
μάρτυρες της Ανάστασης Χριστού μες στη ζωή·
κι άλλες καρδιές τις δέρνει η παγωνιά,
διψούνε θεϊκιά παρηγοριά.

Και η ψυχή Εσέ αναζητεί...

Ήταν όρθρος βαθύς,
φως και σκοτάδι πολεμούν στα δίκτυα της σιωπής,
τ’ αστέρια καταγής.
Κάποιες ψυχές βαδίζουνε, βαρύς σταυρός γι’ αυτές·
να ζούνε σε μαρτύριο με τον καημό του χθες.

Άγγελοι μας το μήνυσαν μ’ Εκείνου τη φωνή
πως ο Χριστός δεν πέθανε, υπάρχει και θα ζει.
Ανάστασης το άγγελμα. Ήλιος Ανατολής
ροδίζει στην ελπίδα μας λαχτάρα προσμονής.

Μέσα στη χρυσαυγή,
πόθοι και φόβοι σμίξανε μέσα σε μια στιγμή.
Δάκρυα δροσιάς στη γη
γλυκά σταλάζει στην καρδιά η νέα Σου μορφή·
χάθηκε πια ο θάνατος και νίκησε η Ζωή.

Αναστημένε Κύριε, έρχομαι να Σε βρω,
μύρα να Σου προσφέρω, αγάπης ασπασμό.
Είπανε πως Σε είδανε κοντά στους Εμμαούς·
μιλούσες για τη δόξα Σου ψηλά στους ουρανούς.

Όχι για μια στιγμή,
μείνε μαζί μας πάντοτε να ’χουμε Ανατολή.
Τα φώτα σήμερα πολλά, έστω κι αν είναι βράδυ,
μας στις ψυχές δε χάραξε, υπάρχει το σκοτάδι.
Ανάστασης σκιρτήματα δικά Σου λαχταρώ,
στον ορθρινό μου δρόμο προσμένω να Σε δω.

Εμείς η αυγή, το μέλλον κι η φωνή,
μες στα μικρά μας χέρια κρατάμε τη ζωή.
Στρατός μικρός, μα τόσο δυνατός,
θ’ αλλάξουμε τον κόσμο να γίνει φωτεινός.

Μαζί μας με στοργή Εκείνου η ευχή
δίνει στα χέρια μας όπλο γερό,
για ν’ αγαπήσουμε τον αδελφό·
φτάνει ο πόλεμος κι ο χαλασμός,
καιρός για λίγο φως.

Εμπρός, παιδιά, η αγάπη κυβερνά,
στης γης τα μονοπάτια χυθείτε με χαρά.
Το γέλιο μας τον κόσμο το σκληρό
σα μαγική φλογέρα θα φέρει στο Χριστό.

Αυτός μας ευλογεί μ’ αγάπη και στοργή
κι είμαστε απ’ όλους εμείς τα παιδιά,
που φώναξε κάποτε να ’ρθούν κοντά·
κι ευχή μας έδωσε, δώρο ακριβό,
για πάντα φυλαχτό.

Μπορείτε να γράψετε κάποιο σχόλιο

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί . Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.